J.S.BACH

Η ζωή του

 

  • Γέννηση: Ο Johann Sebastian Bach γεννήθηκε το 1685 στη γερμανική πόλη Άιζεναχ (Eisenach).
  • O Bach καταγόταν από οικογένεια μουσικών. Ο πατέρας Bach ήταν επαγγελματίας βιολιστής και μουσικός στην πόλη του Άιζεναχ και δίδαξε στο γιο του βιολί και βιόλα. Υπήρξε επίσης ένας ευσεβής λουθηρανός, που είχε συναίσθηση της αγάπης του Λουθήρου για τη μουσική. Όμως, τόσο αυτός όσο κι η γυναίκα του πέθαναν όταν ο Johann Sebastian ήταν ακόμα παιδί. Το ορφανό τότε πήγε να ζήσει με τον κατά 14 χρόνια μεγαλύτερο αδερφού του Johann Christoph, που υπηρετούσε ως οργανίστας στο Όρντρουφ. Ο αδερφός του (πρώην μαθητής του συνθέτη και οργανίστα Pachelbel) ήταν καλός δάσκαλος και του δίδαξε αρμονία, όπως και τα τρία κυριότερα πληκτροφόρα όργανα της εποχής εκείνης, το εκκλησιαστικό όργανο, το τσέμπαλο και το κλαβίχορδο. Η πρόοδος του νεαρού ήταν ταχύτατη. Λένε μάλιστα ότι, μόλις του έδινε ο αδελφός του ένα κομμάτι να παίξει, εκείνος του ζητούσε ένα άλλο πιο δύσκολο.
  • Ο Γιόχαν Σεμπάστιαν ήταν γιος τουΓιόχαν Αμπρόζιους (1645-95) και της Μαρία Ελίζαμπετ Λέμμερχιρτ (1644-94). Ήταν το νεότερο από τα συνολικά οκτώ παιδιά της οικογένειας, από τα οποία τα τρία πέθαναν σε νηπιακή ηλικία. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής παρέμεινε πιστός στην σχέση του με τη γενέτειρά του, το Άιζεναχ, τη μόνη πόλη άλλωστε της οποίας υπήρξε επισήμως δημότης. Ο ίδιος αυτοαπoκαλούνταν αργότερα «Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ του Άιζεναχ» («Johann Sebastian Bach Isenacus» ή «Isenacus», ή εν συντομία «ISBI»), με ιδιαίτερη υπερηφάνεια.  Η οικογένεια Μπαχ είχε ήδη μεγάλη συμβολή στα μουσικά δρώμενα της Θουριγγίας, τόσο μεγάλη μάλιστα ώστε το όνομα Μπαχ είχε γίνει συνώνυμο του μουσικού και μέχρι το 1793 οι μουσικοί της πόλης (Stadtpfeifer) αποκαλούνταν «Μπαχ», παρά το γεγονός πως κανείς δεν έφερε πλέον στην πόλη το όνομα της οικογένειας. Όταν στα 1693 έμεινε κενή μία θέση στην Εκκλησιαστική Αυλή τού Άρνσταντ, ο κόμης της περιοχής ζήτησε εμφατικά να του στείλουν «έναν Μπαχ». Για την παιδική ηλικία του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ μέχρι το 1693 γνωρίζουμε ελάχιστα με βεβαιότητα. Στο Άιζεναχ, όπως και σε πολλές ακόμα περιοχές, η σχολική εκπαίδευση ήταν υποχρεωτική για όλα τα παιδιά ηλικίας από πέντε έως δώδεκα ετών και οι γονείς είχαν το δικαίωμα να επιλέξουν ελεύθερα μεταξύ οκτώ γερμανικών σχολείων και της Λατινικής σχολής (Lateinschule). Τα γερμανικά σχολεία ακολουθούσαν συγκεκριμένο εγκύκλιο πρόγραμμα, εστιάζοντας στα θρησκευτικά, στη γραμματική και στην αριθμητική. Αν και συνήθως δεν κρατούσαν αρχείο των σπουδαστών, γνωρίζουμε πως ένα από τα γερμανικά σχολεία του Άιζεναχ βρισκόταν επί της οδού Φλάισγκασε, συνεπώς θεωρείται πολύ πιθανό πως ο Μπαχ φοίτησε εκεί από τα πέντε μέχρι τα επτά του χρόνια. Σε ηλικία οκτώ ετών γράφτηκε στην πέμπτη τάξη της Λατινικής Σχολής, της οποίας το εγκύκλιο πρόγραμμα έδινε βάση στα θρησκευτικά και λατινικά, περιλαμβάνοντας ακόμα αριθμητική και ιστορία και σε ανώτερο επίπεδο ελληνικά, εβραϊκά, φιλοσοφία, λογική και ρητορική. Φοίτησε στην πέμπτη τάξη δύο χρονιές (1692-4), όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, καταλαμβάνοντας το πρώτο έτος την 47η και το δεύτερο έτος την 14η θέση σε σύνολο 90 μαθητών. Στην τέταρτη τάξη (1694-5) κατετάγη 23ος ανάμεσα σε 64 μαθητές, έχοντας 103 απουσίες που οφείλονταν μάλλον σε ασθένεια, αλλά και στο γεγονός του θανάτου των γονιών του. Η επίδοσή του ήταν καλύτερη από αυτή του αδελφού του, Γιάκομπ, ο οποίος κατετάγη δύο θέσεις χαμηλότερα, αν και ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος και είχε λιγότερες απουσίες. Την εμπειρία της απώλειας αγαπημένων προσώπων βίωσε από νωρίς, όταν σε ηλικία έξι ετών έχασε τον δεκαοκτάχρονο αδελφό του, Γιόχαν Μπαλτάζαρ, ενώ μόλις τρία χρόνια αργότερα, ήρθε αντιμέτωπος με το χαμό και των δύο γονιών του σε διάστημα εννέα μηνών.

Μετακομίζει στο Όρντρουφ το 1695, οπου και συνεχίζει να είναι πολύ επιμελής και να πετυχαίνει υψηλές επιδόσεις στο σχολείο.

 

Από το 1700 μέχρι το 1703, ο Bach συνεχίζει τις σπουδές του στο Λύνεμπουργκ συμμετέχοντας στη χορωδία της σχολής.

  • Έφερε στον κόσμο είκοσι παιδία με τους δύο γάμους του (με τη Μαρια Μπάρμπαρα και τη σοπράνο Άννα Μαγκνταλένα)
  • Το 1703 μόλις 18 χρονών προσελήφθη ως βιολονίστας στην αυλή του δούκα της Βαιμάρης. Παράλληλα τελειοποίησε τις γνώσεις του στο εκκλησιαστικό όργανο.
  • Το 1707 ύστερα από διαγωνισμό πήρε τη θέση του οργανίστα στην εκκλησία του Αγίου Βλασίου στο Μιλχάουζεν που ήταν μουσικό κέντρο και έδρα διάσημων μουσικών.
  • Το 1718 εγκαθίσταται στην αυλή του Κέτεν, όπου η αδιαφορία που υπήρχε για τη φωνητική μουσική ανάγκασε τον J.S. να ασχοληθεί με τη σύνθεση ενόργανης μουσικής και την τελειοποίηση ορισμένων οργάνων στο μηχανισμό, το κούρδισμα και την τεχνική εκτέλεσης. Το πρώτο μέρος των συνθέσεων, που αποτέλεσαν το «καλά συγκερασμένο πληκτροφόρο» (24 πρελούδια και 24 φούγγες), γράφτηκε στο Κέτεν, μαζί με τις αγγλικές και τις γαλλικές σουίτες. Η έλλειψη εκκλησιαστικού οργάνου στην αυλή του Κέτεν κέντρισε τη φαντασία του Μπαχ και στην περίοδο αυτή ανήκουν οι περίφημες Σονάτες και Παρτίτες για σόλο βιολί, οι Σουίτες για βιολοντσέλο και τα 6 βραδεμβούργια κοντσέρτα.
  • Ο Μπαχ εγκατέλειψε το Κέτεν το 1723, προκειμένου να διαγωνιστεί στη Λειψία για την κατάληψη της θέσης του Κάντορα στην εκεί εκκλησία του Αγίου Θωμά. Τελικά, κατέλαβε τη θέση αυτή, που επι δύο περίπου αιώνες την κατείχαν διαπρεπείς μουσικοί και η οποία μπορούσε να θεωρηθεί, ακόμα και από κοινωνική άποψη, το αποκορύφωμα της σταδιοδρομίας ενός μουσικού. Στη Λειψία ο Μπαχ έμεινε ως το θάνατό του. Αυτή είναι η πιο κοπιαστική και πιο έντονη περίοδος του συνθέτη, υποχρεωμένου από τη θέση του, να ασχολείται με πολλά πράγματα (σχολή μουσικής, κοντσέρτα, σύνθεση νέων μουσικών έργων). Καλεσμένος το 1747 στο Πότσνταμ από το Φρειδερίκο το Β΄, αυτοσχεδίασε με εξαιρετική επιτυχία πάνω σε ένα θέμα που του έδωσε ο ίδιος ο Φρειδερίκος, στον οποίο ο Μπαχ αφιέρωσε κατόπιν το έργο του «Μουσική Προσφορά». Η μνήμη του Μπαχ τιμάται από τις Λουθηρανικές εκκλησίες στις 28 Ιουλίου.

Το έργο του

 

  • Δέος μας προκαλεί το έργο του Μπαχ με τον τεράστιο όγκο του, τον πλούτο, την τεχνική τελειότητα και την πολυμορφία του. Πάνω του άφησαν χαρακτηριστικές επιδράσεις οι εποχές της ζωής του συνθέτη. Τα διάφορα είδη των συνθέσεών του παρουσιάζουν μια πλήρη μορφολογική αυτοτέλεια, ανάλογα με το περιεχόμενο και την αποστολή τους, κι έτσι θα τα διαχωρίσουμε στην ανάλυση αυτή ακολουθώντας τη σειρά:
  1. Έργα για εκκλησιαστικό όργανο, χορικά για εκκλησιαστικό όργανο
  2. Έργα για κλαβεσέν
  3. Έργα για έγχορδα, έργα για διάφορα όργανα
  4. Μουσική δωματίου, Βραδεμβούργια Κοντσέρτα, Εισαγωγές-Σουΐτες
  5. Θεωρητικά έργα (Μουσική Θεωρία)
  6. Καντάτες (Κοσμικές Καντάτες και εκκλησιαστικές καντάτες)
  7. Μοτέττα
  8. Πάθη, Ορατόρια Μαγκνίφικατ, Λειτουργίες. Πένθιμη μουσική
  9. Διάφορα μικρά έργα
  • Οι 4 βασικές εποχές στη μουσική εξέλιξη του Μπαχ είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στον τρόπο της ζωής και στις μουσικές υποχρεώσεις που είχε σε κάθε πόλη που διέμενε. Η αλλαγή σε κάθε εποχή οφείλεται στο ότι ο Μπαχ έγραφε έργα που τα επιβάλλανε οι περιστάσεις.

α) η πρώτη περίοδος αντιστοιχεί στη διαμονή του στις πόλεις Αρνσταντ (1703-1707) και Μιλχαουζεν (1707-1708), με τα πρώτα του έργα. Τα πιο χαρακτηριστικά είναι οι δύο Φούγκες σε ντο μείζονα, το Πρελούδιο και Φούγκα σε λα μείζονα, το Καπρίτσιο για την αναχώρηση του αγαπημένου αδελφού, πολλά Χορικά, μερικές Καντάτες, που φέρουν όλα τη σφραγίδα της τεχνικής του Μπουξτεχούντε.

β)  η δεύτερη περίοδος είναι της διαμονής στη Βαϊμάρη (1708-1717), όπου ήταν διορισμένος υποδιευθυντής ορχήστρας (Κοντσερτμάηστερ). Εκεί μελετάει τους Ιταλούς και Γάλλους συνθέτες και μαθαίνει το γαλλικό κλαβεσέν (τσέμπαλο). Στις Καντάτες αυτής της περιόδου, βασικό ρόλο παίζει η ορχήστρα όπως δείχνουν τα έργα του Άκτους Τράτζικους (αρ. 106) (https://www.youtube.com/watch?v=2i5O923PzeQ ) και «Φτάσε τώρα Σωτήρα των ειδωλολατρών» (αρ.61) που εκτελέστηκε στη Λειψία το 1714. Γράφει επίσης τα περισσότερα έργα του για όργανο κι έχει την υποχρέωση να συνθέτει κάθε χρόνο ένα μεγάλο αριθμό από καντάτες για τις λειτουργίες.

γ)  Τρίτη περίοδος, διαμονή στο Καήτεν (1717-1723). Εδώ το έργο του παίρνει την οριστική μορφή του. Ο Μπαχ δεν έχει μεγάλες υποχρεώσεις σαν οργανίστας, παίζει κλαβεσέν για τον πρίγκιπα Λεοπόλδο ή διευθύνει την ορχήστρα της αυλής. Στο μεταξύ μελετάει και προχωρεί στην οριστική μορφή της τέχνης του.

δ) Τέταρτη περίοδος. Στη Λειψία από το 1723 ως το τέλος της ζωής του (1750). Ο Μπαχ εδώ είναι Κάντορας, διευθύνει δηλαδή τη μεγάλη χορωδία και ορχήστρα του Άγιου Θωμά και διδάσκει στη σχολή μουσική, ψαλτική και άλλα μαθήματα. Διαδέχτηκε το νεωτεριστή Κούναου στη θέση του και στη μορφή της μουσικής του. Έχει πολλαπλές υποχρεώσεις, αλλά λιγόωρες, πράγμα που του επιτρέπει να ασχοληθεί με τη σύνθεση.

Σ αυτήν την περίοδο έγραψε τις περισσότερες εκκλησιαστικές καντάτες του και Πάθη.

 

 

  • Χορικά για εκκλησιαστικό όργανο

Στα χορικά οφείλει το μεγαλείο του ο Μπαχ, γιατί μπόρεσε να μεταφέρει και να εναρμονίσει ολοκληρωτικά την πολυφωνική μουσική για χορωδία, στο όργανο και να δώσει σ αυτό το μεγαλύτερο πεδίο έκφρασης, συνδέοντας απόλυτα κείμενο και μουσική.

Ο Μπαχ έκανε χωριστά τις εναρμονίσεις για χορωδία και χωριστά για όργανο. Πάνω από τριακόσια χορικά για χορωδία υπάρχουν μέσα στα Πάθη και τις Καντάτες. Από τα μεγάλα χορικά, τα εναρμονισμένα ολόκληρα σε εκκλησιαστικό όργανο, μας μένουνε ακόμη περίπου δώδεκα. Πρέπει να σημειώσουμε πως όλα τα έργα του Μπαχ για όργανο δεν είναι θρησκευτικά, εφόσον το όργανο αυτό ήταν απαραίτητο και στην κοσμική μουσική.

Γενικά τα χορικά για όργανο υπολογίζονται γύρω στα εκατόν πενήντα και ανάμεσα σ αυτά συγκαταλέγονται Σονάτες, Πρελούδια, Φούγκες, Τοκάτες. Επίσης ο Μπαχ μετέγραψε κοντσέρτο του Βιβάλντι στο όργανο.

Χάρη στη μελέτη των Ιταλών συνθετών που έκανε στη Βαϊμάρη, και χάρη στην επίδραση των Γερμανών δασκάλων, ο Μπαχ απέκτησε μεγαλύτερη επιδεξιότητα στο όργανο. Πάνω στο έργο του διακρίνονται συνδυασμένα η παραφορτωμένη τεχνική των Γερμανών και η καθαρή και απλή μορφή της Ιταλικής μουσικής.

Ο Μπαχ, που δεν ήταν μόνο εμπνευσμένος συνθέτης και μουσικός αλλά είχε και μια ιδιαίτερη κλίση στο να διδάσκει, έγραψε έργα κατάλληλα για τη διδασκαλία του εκκλησιαστικού οργάνου. Έτσι έχουμε τα Οκτώ μικρά Πρελούδια και Φούγκες, τις Έξι σονάτες και τη Συλλογή μικρών χορικών που έγραψε στη Βαϊμάρη

Οι Έξι σονάτες που γραφτήκανε μεταξύ 1723 και 1727 προορίζονταν μάλλον για το μεγάλο γιο του Φρίντμαν. Παρουσιάζουνε μια ανώτερη μορφή σύνθεσης και διδάσκουνε την τέλεια ερμηνεία.

Ο Φόρκελ, που είχε ασχοληθεί με τη ζωή και τα έργα του Μπαχ, λέει χαρακτηριστικά για τα Μικρά χορικά: «Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψει κανείς την ομορφιά τους». Η αλήθεια είναι πως πολλά έργα για εκκλησιαστικό όργανο του Μπαχ, και ιδιαίτερα οι σονάτες του, μορφολογικά δείχνουνε πως είχαν πρωτογραφτεί για τσέμπαλο με διπλή σειρά πλήκτρων και με πεντάλ, παρά για το μεγάλο όργανο. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο και με τη Συλλογή μικρών χορικών που γράφτηκε ακριβώς για τη διδασκαλία του εκκλησιαστικού οργάνου.

Στη Συλλογή μικρών χορικών περιλαμβάνονται τα χορικά κάθε Κυριακής που έγραψε στη Βαϊμάρη και τα συγκέντρωσε στο Καήτεν. Είναι 45 χορικά. Άλλα 124 που είχε προμελετήσει, δεν τα αποτελείωσε, γιατί η μουσική τους δεν έμοιαζε με τα πρώτα, δεν είχε δηλαδή περιγραφικό χαρακτήρα. Τα 45 κομμάτια της συλλογής αυτής διακρίνονται για τη μουσική τους ποίηση: η μελωδία τους συνοδεύεται και ερμηνεύεται, κατά κάποιον τρόπο, από ένα χαρακτηριστικό μοτίβο που περιγράφει το βασικό νόημα του κειμένου. Τα διδακτικά αυτά έργα του Μπαχ αποτελούνε μέχρι σήμερα τα σημαντικότερα και δυσκολότερα έργα διδασκαλίας για όργανο.

Ο Μπαχ συγκέντρωσε σε πέντε τόμους ενενήντα περίπου χορικά που τα θεωρούσε αξιολογότερα. Εκτός από αυτά τα ενενήντα, οι φίλοι και οι μαθητές του είχαν ακόμα περίπου πενήντα χορικά για όργανο, που ίσως ο Μπαχ δεν εκτιμούσε αρκετά, γιατί ανήκανε στα νεανικά έργα του. Ελάχιστα έγραψε στη Λειψία, όπως τις παραλλαγές πάνω στο χορικό των Χριστουγέννων. Από τα εικοσιένα χορικά του μεγάλου τόμου, τα δώδεκα μεγάλα αναφέρονται στην Αγία Τριάδα, ενώ τα εννέα μικρά είναι ύμνοι γραμμένοι στη σειρά των κειμένων της κατήχησης, όπως την έδωσε ο Λούθηρος. Έτσι ο Μπαχ δίδασκε με μουσική το Λουθηριανό δόγμα στους μαθητές του.

Τέλος, όσον αφορά τη μουσική του Μπαχ για εκκλησιαστικό όργανο πρέπει να έχουμε υπόψιν μας ότι το εκκλησιαστικό όργανο που έχει εξελιχθεί και πλουτιστεί, από τις μέρες του Μπαχ μέχρι σήμερα, κατά εκπληκτικό τρόπο, δε θα απέδιδε τα έργα του μεγάλου συνθέτη όπως τα συνέλαβε ο ίδιος.

 

  • Έργα για κλαβεσέν

Ο Μπαχ έγραψε σημαντικά έργα για κλαβεσέν, αλλά συνηθίστηκε να τα ονομάζουν «για πιάνο». Ένα από τα πρώτα του είναι το Καπρίτσιο για την αναχώρηση του αγαπημένου αδελφού (1704) που έγραψε όταν ο μεγαλύτερος αδελφός του έφευγε με τη φρουρά του Καρόλου Β΄ στις πολεμικές επιχειρήσεις. Το καπρίτσιο είναι αριστούργημα στο είδος αυτό. Η μουσική του μπορεί να χαρακτηριστεί προγραμματική (περιγραφική δηλαδή), καθώς στα έξι μέρη του εκφράζει έξι σκηνές της οικογένειας που αποχαιρετάει τον αδελφό.

     Πρώτο μέρος: Οι φίλοι φτάνουνε και προσπαθούν να καλοπιάσουν τον ταξιδιώτη, για να τον κάνουν να αλλάξει γνώμη και να μη φύγει.

Δεύτερο μέρος: Του εκθέτουν όλες τις περιπέτειες που τον περιμένουν μακριά από τον τόπο του.

Τρίτο μέρος: Κλαψουρίζουνε.

Τέταρτο μέρος: Αφού εκείνος δεν αλλάζει γνώμη, τον αφήνουν και φεύγουν.

Πέμπτο μέρος: Από μακριά ακούγεται το σάλπισμα του επικεφαλής της φρουράς.

Έκτο μέρος: Μια φούγκα πάνω στο θέμα του σαλπίσματος είναι το τέλος αυτής της μικρής σουίτας.

Ο Μπαχ έγραψε 23 σουίτες για κλαβεσέν. Αυτό το είδος ήταν πολύ στη μόδα και περιλάμβανε ρυθμική μουσική για μια σειρά χορούς. 1.) Οι έξι πρώτες σουίτες που γραφτήκανε στη Βαϊμάρη επονομάστηκαν γαλλικές, γιατί τις διακρίνει η χάρη της γαλλικής μουσικής και είναι πλουτισμένες με περισσότερα από τέσσερα μέρη. Πραγματικά ο Μπαχ είχε επηρεαστεί από τους Γάλλους μουσουργούς, επειδή συνέπεσε να διδάσκει στους μαθητές του τα έργα τους την εποχή εκείνη. 2.) Οι έξι αγγλικές σουίτες πρέπει να γράφτηκαν στο Καήτεν, κατά παραγγελία κάποιου πλούσιου Άγγλου. 3.) Οι έξι παρτίτες που είχε εκδόσει στο πρώτο μέρος της συλλογής «Άσκηση για κλαβεσέν», είναι στην πραγματικότητα έξι σουίτες επαυξημένες. Γράφτηκαν στη Λειψία από το 1726 ως το 1735. 4.) Το 1735 εξέδωσε και την παρτίτα που συνοδεύει το Ιταλικό κοντσέρτο. 5.) Τρεις ακόμη μικρές σουίτες είναι πιθανό να αποτελούνε δοκίμια για τις γαλλικές σουίτες. Τέλος, η μικρή σουίτα σε φα, ήταν η πρώτη του σουίτα, με τρία μόνο μέρη: μενουέττο, μπουρέ και ζίγκα.

Ο Μπαχ συνέθεσε ακόμα μερικά πρελούδια και φούγκες που θα μπορούσε να συμπεριλάβει στη συλλογή «Προσαρμοσμένο κλαβεσέν». Απ αυτά, η μεγαλύτερη φούγκα, γεμάτη ζωντάνια και έξαρση, η ιδανική φούγκα για κλαβεσέν, είναι η τεράστια (200 μουσικά μέτρα) φούγκα σε λα μείζονα χωρίς πρελούδιο, που εισάγεται μόνο από μια σύντομη φαντασία πάνω σε αρπισμούς.

Ο Μπαχ έγραψε ακόμα έργα για μουσική αγωγή, που αποτελούν ένα προοδευτικό σύστημα διδασκαλίας του κλαβεσέν. Αυτά τα έργα είναι:

  1. Μικρά πρελούδια για αρχάριους, περίπου 20.
  2. Ενβανσιόν (εμπνεύσεις): 15 κομμάτια σε νέα ελεύθερη μορφή που εμπνεύστηκε ο ίδιος.
  3. Συμφωνίες : 15 μικρά κομμάτια, που τα ονομάζει έτσι ο Μπαχ κατά το ετυμολογικό της ελληνικής λέξης (συν + φωνές), με καινούρια δομή. Οι συμφωνίες του, είναι τριπλές ενβανσιόν, κάθε συμφωνία ανταποκρίνεται και ακολουθεί μια σκέτη ενβανσιόν. Σε αυτές τις ελεύθερες συνθέσεις, ο Μπαχ, εφαρμόζει την άποψη του πως η μουσική μπορεί να επεκταθεί και πέρα από το επαναλαμβανόμενο στοιχείο της μελωδίας (ριτουρνέλ) που χαρακτηρίζει την ιταλική μουσική.
  4. Το πολύ προσαρμοσμένο κλαβεσέν σε 24 κομμάτια. Σε τούτη τη σειρά ο δάσκαλος προσπαθεί να δώσει τη δυνατότητα στους νέους μουσικούς, να χρησιμοποιούν και τις 24 τοναλιτέ, μείζονες και ελάσσονες, που μέχρι τότε δεν μπορούσαν να εφαρμόσουν εφόσον τα όργανα δεν ήταν τέλεια και κατάλληλα. Στη σειρά αυτή ανήκουνε ακόμα άλλα 24 πρελούδια και φούγκες, γραμμένα σε παλιές και νέες εποχές, συγκεντρωμένα σε ένα δεύτερο τόμο. Εδώ διακρίνουμε περισσότερο ανεπτυγμένη τεχνική και λιγότερο αυθορμητισμό στην έμπνευση, από τα έργα του πρώτου τόμου.

 

 

  • Έργα για έγχορδα, έργα για διάφορα όργανα

Ο Μπαχ ήταν καταρχήν βιολονίστας και αργότερα επιδόθηκε στο κλαβεσέν. Για αυτό ίσως συνέχιζε να δίνει πάντα βασική σημασία στα έγχορδα και ιδιαίτερα στο άλτο, που στα έργα για μουσική δωματίου, αποτελούσε το κεντρικό όργανο. Γνώριζε τέλεια την τεχνική των εγχόρδων έτσι ώστε να πετυχαίνει από αυτά σχεδόν την απόδοση που θα είχανε τα πολυφωνικά όργανα. Οι Γερμανοί βιολονίστες, παρόλο που δεν φτάναν σε τεχνική τους Ιταλούς, μελετούσαν σοβαρά το πολυφωνικό παίξιμο στο βιολί. Το παίξιμο σε διπλές χορδές ήταν πολύ γνωστό στους βόρειους Γερμανούς και από αυτούς το πήρε ο Μπαχ.

Όταν ήταν στο Καήτεν, επινόησε τη «βιόλα πομπόζα», ένα όργανο ανάμεσα στο άλτο και το βιολοντσέλο, με πέντε χορδές (ντο, σολ, ρε, λα, μι). Η βιόλα πομπόζα θα του επέτρεπε την πολύ γρήγορη εκτέλεση κομματιών που αποδίδονταν με δυσκολία από το βιολοντσέλο. Από τις έξι σουίτες του για βιολοντσέλο σόλο, η τελευταία είχε γραφτεί για το καινούριο όργανο. Στο Καήτεν έγραψε τρεις σονάτες και τρεις παρτίτες για βιολί, συνηθίστηκε όμως να τις λένε όλες σονάτες.

Η σονάτα είναι είδος μουσικής σύνθεσης που συγγενεύει με τη σουίτα. Τα μέρη της, που ήταν αρχικά χορευτική μουσική, παρουσιάζονται απαλλαγμένα από τον έντονο ρυθμικό χαρακτήρα, αλλά με περισσότερη ανάπτυξη στη σύνθεση. Αποτελείται από τρία ή τέσσερα κομμάτια που εναλλάσσονται από το γρήγορο στο αργό, και είναι συνήθως αλλέγκρο, αντάντε, πρέστο ή σκέρτσο, ή μενουέττο και φινάλε. Η σονάτα συναντιέται και στην εκκλησιαστική μουσική.

Οι τρεις σονάτες για βιολί του Μπαχ παρουσιάζουν γερμανική τεχνοτροπία, με κάποια ελεύθερη σχέση στη σειρά των διαφόρων μερών.

Η σονάτα σε λα ελάσσονα

(https://www.youtube.com/watch?v=hPSH5Hut9Ug )

που παίζεται σε διπλές χορδές, παρουσιάζει το εξής ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: Στο πρώτο μέρος της, συναντάμε ένα γκράβε  που συνεχίζεται σε φούγκα και αποτελεί έτσι ολόκληρη εισαγωγή. Ο δάσκαλος κατανικάει εδώ όλες τις δυσκολίες στην τεχνική του βιολιού. Οι άλλες σονάτες για βιολί του Μπαχ, παρουσιάζουν μεγαλύτερη λιτότητα και διαύγεια.

Οι παρτίτες του Μπαχ είναι ουσιαστικά σονάτες για ένα μόνο όργανο, γραμμένες σε χορευτικούς ρυθμούς και με περισσότερα μέρη, συγγενεύουν δηλαδή με τις σουίτες. Η παρτίτα σε σι ελάσσονα (https://www.youtube.com/watch?v=UaMoPi9BOoQ ) διακρίνεται για την κλασσική σειρά χορών κατά την ιταλική τεχνοτροπία, και για το πολύ ζωηρό ύφος της. Η δεύτερη παρτίτα σε ρε ελάσσονα (https://www.youtube.com/watch?v=lpe7thXd69E ) είναι πλουσιότερη σε χορούς. Όσο για την τρίτη παρτίτα, σε μι μείζονα (https://www.youtube.com/watch?v=5tjl07RmEQg ) που παίζεται σε διπλές χορδές κατά το πολυφωνικό σύστημα, ο Μπαχ μας κάνει να αναγνωρίσουμε στο βιολί, όλα τα μέρη μιας ορχήστρας, την πολυχρωμία των εγχόρδων και την πολυφωνία του εκκλησιαστικού οργάνου.

Αξιόλογες είναι οι έξι σουίτες για βιολοντσέλο που θυμίζουν τις γαλλικές σουίτες για κλαβεσέν. Η προτελευταία έχει τον τίτλο «Παράτονη Σουίτα», γιατί απαιτεί η χορδή λα να κουρδίζεται σε σολ. Στις συνθέσεις για δύο ή τρία όργανα και κλαβεσέν, πρέπει να παρατηρήσουμε πως το κλαβεσέν παίζει τον κύριο ρόλο, εκτελώντας περισσότερα μέρη από το όργανο σόλο. Υπάρχουν ακόμη μια σουίτα και έξι σονάτες για κλαβεσέν και βιολί.

Στις σονάτες για φλάουτο, ο Μπαχ, δίνει ποιητική χάρη και ομορφιά, καθώς προσπαθεί να ζωγραφίσει τα συναισθήματα της ήρεμης μελαγχολίας με μία εκφραστικότητα που ξεπερνάει ακόμα και αυτήν του βιολιού. Τα περιγραφικά σχήματα διακρίνονται ιδιαίτερα στο συνεχόμενο μπάσσο που συνοδεύει τις τρεις σονάτες για φλάουτο. Οι άλλες τρεις σονάτες είναι για φλάουτο και κλαβεσέν, και μια μόνο γράφτηκε για φλάουτο σόλο σε λα ελάσσονα.

Ο Μπαχ έγραψε ακόμη παρτίτες για κλαβεσέν και λαούτο, αλλά δε διασώθηκαν, εκτός από ένα κομμάτι με τρία μέρη.

  • Μουσική δωματίου-Βρανδεμβούργια κοντσέρτα-εισαγωγές-σουίτες
  1. Κοντσέρτα για βιολί και κλαβεσέν

Στην εποχή του Μπαχ η λέξη κοντσέρτο δεν είχε ακόμα τη σημασία που πήρε αργότερα με τους κλασικούς, αλλά σήμαινε έργα για μικρή ορχήστρα, ή για τραγούδι και ορχήστρα, ή για σόλο όργανο και ορχήστρα. Βασικά σήμαινε μουσική δωματίου. Σε αυτά τα κοντσέρτα, το μέρος του σόλο παίζεται από ένα ή και από περισσότερα όργανα.

Τα κοντσέρτα για βιολί γραφτήκανε στο Καήτεν για την ορχήστρα του πρίγκηπα Λεοπόλδου. Στα πέντε αυτά κοντσέρτα ανήκει και το κοντσέρτο για βιολί σε ρε μείζονα που αργότερα ο Μπαχ συμπεριέλαβε στα Βρανδεμβούργια κοντσέρτα. Πρέπει να υπήρχανε οκτώ τέτοια κοντσέρτα μα σώζονται μονάχα πέντε και θα αγνοούσαμε την ύπαρξη των άλλων τριών, αν ο συνθέτης δεν τα είχε μεταγράψει για κλαβεσέν. Το κοντσέρτο σε μι μείζονα (https://www.youtube.com/watch?v=ascdQJ6HGpc ) περιλαμβάνει ένα νοσταλγικό αντάντζιο καθώς και την περίφημη πασαγκάλια, με το ζωηρό ρυθμό της. Το κοντσέρτο σε λα ελάσσονα, για δύο βιολιά και ορχήστρα που είναι ένα από τα πιο γνωστά και αγαπητά έργα του Μπαχ και εκφράζει τον ήρεμο μυστικισμό του δασκάλου, αποτελεί ένα από τα τελειότερα έργα για βιολί. Ένα κοντσέρτο επίσης για βιολί, φλάουτο και κλαβεσέν με συνοδεία ορχήστρας σε λα ελάσσονα (https://www.youtube.com/watch?v=A4bUCMV2oCE ) παρουσιάζει τις πιο ενδιαφέρουσες μετατροπές που αναφέρονται στα μουσικά χρονικά και έχει έντονο το λυρικό στοιχείο. Ο Μπαχ διασκεύασε για αυτό ένα παλιό πρελούδιο με φούγκα, συμπληρώνοντάς τα με το αντάντζιο της τρίτης σονάτας για εκκλησιαστικό όργανο.

Στα κοντσέρτα για κλαβεσέν διακρίνουμε την επίδραση των Ιταλών δασκάλων, αντίθετα με τα άλλα έργα του για κλαβεσέν. Αυτό κυρίως οφείλεται στις πολλές διασκευές ιταλικών κοντσέρτων, και ιδιαίτερα των κοντσέρτων του Βιβάλντι, που έκανε ο Μπαχ. Υπάρχουν επτά κοντσέρτα για ένα κλαβεσέν και είναι, σχεδόν όλα, μεταγραφές των κοντσέρτων του για βιολί. Ένα μόνο προήλθε από θέματα που προϋπήρχανε σε δύο καντάτες. Από άλλα τρία κοντσέρτα για δύο κλαβεσέν, το δεύτερο σε ντο μείζονα (https://www.youtube.com/watch?v=j16tcBcHteU ), φαίνεται να έχει γραφτεί για πρώτη φορά. Αλλά ο Μπαχ συνήθιζε να μεταγράφει και να διασκευάζει τα έργα του πολλές φορές, ακόμα και για το ίδιο όργανο. Πρωτότυπα και όχι μεταγραφές είναι επίσης τα δύο κοντσέρτα για τρία κλαβεσέν σε ρε ελάσσονα και σε ντο μείζονα, που κατατάσσονται στις ωραιότερες συνθέσεις του. Το κουαρτέτο εγχόρδων που το συνοδεύει, βρίσκεται σε δεύτερη θέση και αποτελεί, μπορεί να πει κανείς, το ακομπανιαμέντο στο όλο έργο. Όσο για το κοντσέρτο για τέσσερα κλαβεσέν, είναι μεταγραφή του κοντσέρτου για τέσσερα βιολιά του Βιβάλντι (https://www.youtube.com/watch?v=SY3Kxf7ZTeI ).

  1. Τα Βρανδεμβούργια κοντσέρτα

Όταν ήταν στο Καήτεν, ο Μπαχ είχε αφιερώσει έξι κοντσέρτα στο Χριστιανό-Λουδοβίκο, μαργκράβο του Μπράντεμπουργκ. Ο άρχοντας αυτός, λάτρης της μουσικής και συλλέκτης μουσικών έργων, είχε ζητήσει από τον Μπαχ μερικά έργα του. Έτσι, το 1721, ο συνθέτης του έστειλε έξι κοντσέρτα για διάφορα όργανα και ορχήστρα. Τα κοντσέρτα αυτά περάσανε αργότερα στη συλλογή της πριγκίπισσας Αμαλίας της Πρωσσίας, μαζί με μια σειρά πολύτιμα χειρόγραφα του Μπαχ. Τα Βρανδεμβούργια κοντσέρτα παρουσιάζουν την τεχνοτροπία του ιταλικού κοντσέρτου για μικρή ορχήστρα, που απαιτεί δύο ομάδες οργάνων: τα όργανα σόλο που παίζουν μόνα τους ένα κομμάτι που ονομάζεται κοντσερτίνο, και τα όργανα τούτι, που παίζουνε όλα μαζί ένα άλλο μέρος που λέγεται ριπιένο. Έτσι ολόκληρο το κοντσέρτο παρουσιάζεται σαν ανταγωνισμός ανάμεσα στις δυο ομάδες.

Ο Μπαχ μεταχειρίστηκε αυτόν τον τύπο κοντσέρτου, ιδιαίτερα στα δυο πρώτα κοντσέρτα του για ορχήστρα (πρώτο και δεύτερο σε φα μείζονα), συνθέτοντας το κοντσερτίνο μόνο για πνευστά και βιολί. Στο πρώτο μάλιστα ο Μπαχ εφαρμόζει καθαρά την τεχνοτροπία του Βιβάλντι. Τα υπόλοιπα τέσσερα είναι πιο απλά, χωρίς όμως να παρουσιάζουνε καμία ομοιογένεια στην αρχιτεκτονική τους. Κάθε όργανο κατέχει εδώ την απόλυτη θέση του, πετυχαίνοντας κάθε δυνατή απόδοση που μπορεί να έχει, έτσι ώστε οποιαδήποτε διασκευή ή αντικατάσταση θα κατέστρεφε το έργο από τη βάση του.

  1. Εισαγωγές

Στον ίδιο τόμο με τα Βρανδεμβούργια κοντσέρτα, ο Μπαχ συμπεριέλαβε τέσσερις μεγάλες σουίτες για ορχήστρα που τις ονόμαζε Εισαγωγές. Σε αυτές τις σουίτες που ακολουθούν τη γαλλική τεχνοτροπία, υπάρχει μια μεγάλη εισαγωγή, που μόνη της, έχει τόση σημασία για το έργο, όσο και όλα μαζί τα μέρη της σουίτας. Οι χοροί που αποτελούνε τα μέρη σε αυτές τις σουίτες είναι πάρα πολλοί, συχνά ξεπερνάνε τους δέκα, και ζωγραφίζουν ανάγλυφα ανάλογες ψυχικές διαθέσεις. Εξαιρετικά πλούσια σε ρυθμούς είναι η πρώτη εισαγωγή σε ντο μείζονα.

Οι σουίτες διαφέρουν ολότελα σε ύφος από τα άλλα έργα του, γιατί είναι ελαφρές, διασκεδαστικές και ζωηρές.

  1. Συμφωνίες

Εκτός από τα έργα του αποκλειστικά για ορχήστρα που αναφέραμε, ο Μπαχ έγραψε ένα μεγάλο αριθμό συμφωνικών έργων σαν εισαγωγές σε καντάτες. Μερικές από τις συμφωνίες αυτές έχουν μεγάλο ενδιαφέρον γιατί παρουσιάζουνε μουσικά την κύρια ιδέα του κειμένου. Ένα αριστούργημα σε αυτό το είδος είναι η εισαγωγή στην καντάτα, «Το βράδυ του ίδιου εκείνου Σαββάτου» (https://www.youtube.com/watch?v=0pE9YBSYS-E ), όπου ο Μπαχ περιγράφει τη γαλήνη του δειλινού καθώς τυλίγει και αποκοιμίζει σιγά σιγά τη γη.

Όσον αφορά τα όργανα που χρησιμοποιεί ο Μπαχ, ισχύουν οι παρατηρήσεις που γίνανε για το κλαβεσέν και για το εκκλησιαστικό όργανο.

  • Θεωρητικά έργα του Μπαχ

Δύο σειρές έργων θεωρίας που έγραψε ο Μπαχ είναι:

  • Η Μουσική Προσφορά που περιλαμβάνει κανόνες και φούγκες και
  • Η Τέχνη της Φούγκας.

Εδώ χρειάζεται μία ερμηνευτική παρένθεση για τον κανόνα και τη φούγκα.

α) Κανόνας

Είναι μουσικό κομμάτι πολυφωνικό, που τραγουδιέται ή αποδίδεται από τα όργανα. Τον συναντάμε όχι μόνο στην εκκλησιαστική μουσική, ανατολική και δυτική, αλλά και στην κλασσική, και στην όπερα. Είναι μια μουσική φράση που επαναλαμβάνεται κατά μίμηση από κάθε μια φωνή, σε διάστημα πέντε ή οχτώ τόνων, και με διαφορά ορισμένων μέτρων. Υπάρχουν πολλά είδη κανόνων, ανάλογα με τις φωνές και τον τρόπο της εκτέλεσης. Ένας από τους πιο διάσημους κανόνες της όπερας είναι το φωνητικό κουαρτέτο από το «Φιντέλιο» του Μπετόβεν.

β) Φούγκα

Η φούγκα είναι μουσικό κομμάτι για δύο, τρεις ή τέσσερις φωνές που εκτελείται είτε από τραγουδιστές, είτε από όργανα. Πρόκειται για μια εξελιγμένη μορφή του κανόνα, που πέρασε στην ενόργανη μουσική και ιδιαίτερα στα πολυφωνικά όργανα, όπως το εκκλησιαστικό όργανο και το κλαβεσέν.

Πιο αυστηρή από τον κανόνα, η φούγκα αναπτύσσεται σε τρία βασικά μέρη: 1ο την έκθεση ή παρουσίαση του θέματος, 2ο την ανάπτυξή του, ή διασκέδαση μαζί με το αντίθεμα και 3ο το στρέττο ή σύμπτυξη, όπου τα διάφορα στοιχεία της πυκνώνονται σε μια σειρά κανόνων και τελειώνουν με ένα μικρό μέρος που λέγεται κόντα ή συμπέρασμα της φούγκας.

  • Καντάτες
  • Ερμηνεία – ιστορία

Η καντάτα είναι μουσική σύνθεση με δύο ή πολλά μέρη και περιέχει πολλές άριες. Βασικά είναι τραγούδι για σολίστ και η χορωδία, όταν υπάρχει, δεν αποτελεί το κύριο στοιχείο της. Το τσέμπαλο ή το μεγάλο όργανο που τη συνοδεύει ή η ορχήστρα, παίζουν επίσης δευτερεύοντα ρόλο. Στον Μπαχ συναντάμε καντάτες για ένα σολίστ, καντάτες – διαλόγους για πολλούς σολίστ που ψάλλουν διαδοχικά και καντάτες για χορωδία που ο συνθέτης ονόμαζε κοντσέρτα ή συμφωνίες. Έχουν όλες μια εισαγωγή με ορχήστρα και χορωδία και τελειώνουν με χορικό.

Η καντάτα είναι δραματική μουσική, δηλαδή είδος μουσικής θεάτρου. Γεννήθηκε στην Ιταλία στα μέσα του 16ου αιώνα και πέρασε στην όπερα, στην κοσμική μουσική και στην εκκλησιαστική. Πατέρας της καντάτας μπορεί να θεωρηθεί ο Βιτσέντζο Γκαλιλέι που μελοποίησε για μια φωνή τους θρήνους του Ιερεμία καθώς και κομμάτια από τη Θεία Κομωδία του Δάντη.

  • Κοσμικές καντάτες του Μπαχ

Από τις κοσμικές καντάτες του διασώθηκαν περίπου είκοσι και πολλές είναι εκείνες που εξαφανίστηκαν. Αυτές οι καντάτες γραφτήκανε κατά παραγγελία ή από σκοπιμότητα και αναφέρονται σε κοινά κοσμικά γεγονότα, όπως γιορτές, γάμοι, επίσημες τελετές. Εδώ ανακαλύπτουμε έναν καινούριο Μπαχ που αποβάλλει το μυστικισμό του, εκφράζεται με χιούμορ, γοητεύεται από τη φύση, αφήνοντας να φανερωθεί όλη η καλλιτεχνική ευαισθησία του.

  • Εκκλησιαστικές καντάτες του Μπαχ

Ο Μπαχ έγραψε συνολικά πέντε κύκλους εκκλησιαστικές καντάτες όπου περιλάμβανε περίπου 295 κομμάτια. Ο κάθε κύκλος έπρεπε να περιλαμβάνει 59 καντάτες ενός ολόκληρου χρόνου που αντιστοιχούσανε σε κάθε μεγάλη γιορτή και σε κάθε Κυριακή, εκτός από τις έξι Κυριακές της μεγάλης σαρακοστής και τις τρεις Κυριακές πριν από τα Χριστούγεννα.

  • Άλλα έργα

Ο Μπαχ είχε γράψει Πάθη, ορατόρια, μαγκνίφικαντ, λειτουργίες και πένθιμη μουσική. Τα «Πάθη» είναι η θεατρική παρουσίαση στην εκκλησία, του ευαγγελίου που αναφέρεται στα πάθη και στη σταύρωση του Χριστού. Έχουμε τα Πάθη κατά Ιωάννη και τα Πάθη κατά Ματθαίο.

Το ορατόριο, είδος θρησκευτικού θεάτρου με περιορισμένα δραματικά στοιχεία, συγγενεύει περισσότερο με την καντάτα.

Το μαγκνίφικαντ αποτελείται από μια σειρά δοξαστικούς ύμνους στο Χριστό, από χορωδία και σολίστ. Το συναντάμε στην καθολική και στη διαμαρτυρόμενη εκκλησία και είναι γραμμένο στα λατινικά.

Ο Μπαχ έγραψε μια μεγάλη «Λειτουργία σε σι ελάσσονα» (https://www.youtube.com/watch?v=Dx-CV0HLI9Q ) και τέσσερις μικρές λειτουργίες, όλες στη λατινική γλώσσα. Η «Λειτουργία σε σι» έχει δανειστεί τη μουσική της από προηγούμενες συνθέσεις του Μπαχ, ιδιαίτερα από τις καντάτες του. Ωστόσο η προσαρμογή στο λατινικό κείμενο έγινε με ιδιαίτερη επιμέλεια.

Το 1727, όταν πέθανε η πριγκίπισσα Χριστίνα-Εμπεραντίνα, σύζυγος του βασιλιά Φρειδερίκου, που ασπάστηκε τον καθολικισμό, ο Μπαχ ανέλαβε να συνθέσει την πένθιμη ωδή που εκτελέστηκε στο μνημόσυνο.

Ο Μπαχ εκτός από τα μεγάλα έργα του που αποτελούνε άρτιες συνθέσεις, έγραψε σε διάφορες περιστάσεις, μεμονωμένα τραγούδια, άριες και λήντερ. Όπως είναι ευνόητο και τα μικρά αυτά έργα έχουν θρησκευτικό χαρακτήρα. Εκτός από τα τραγούδια και τις άριες, ο Μπαχ έγραψε μουσική για χορούς, που δεν ανήκουν σε καμια σουίτα, και σε κανένα μεγάλο έργο του. Πρόκειται για μενουέττα, σαραμπάντες και άλλους χορούς της εποχής του που παίζανε και χορεύανε στα κοσμικά σαλόνια.

  • Επίλογος

Μέσα στην άφθαστη ποικιλία των έργων του Μπαχ διακρίνεται έντονα η διπλή του υπόσταση. Κάθε έργο, μεγάλο ή μικρό, για φωνές ή για όργανα, θρησκευτικό ή όχι, απεικονίζει τόσο τον κοινωνικό όσο και τον πνευματικό άνθρωπο.

Έζησε και συμβιβάστηκε με τον τρόπο της αστικής κοινωνίας. Αγωνίστηκε να κερδίσει θέσεις και τίτλους και ήρθε σε συγκρούσεις με τους προϊσταμένους του. Γνώρισε δούκες, συνάντησε βασιλιάδες, παντρεύτηκε δυο φορές.

Ο πνευματικός Μπαχ ήταν προικισμένος με ένα μοναδικό ταλέντο δημιουργού. Οι εμπνεύσεις του είναι αναρίθμητες και πολύμορφες. Καταπιάστηκε με όλους τους τομείς της μουσικής, όχι μόνο για να εκφράσει τον εαυτό του, ή για να αναπλάσει θρησκευτικές και φυσικές εικόνες, αλλά και για να διερευνήσει την τέχνη σε όλο της το βάθος, όπως φαίνεται από πολλά έργα του κυρίως από τα θεωρητικά.

Το έργο του Μπαχ είναι ουσιαστικά ανθρώπινο και αποκτάει την αθανασία του, καθώς φτάνει στις ανώτερες βαθμίδες της ανθρώπινης δημιουργίας. Εκστασιάζει τη σκέψη, βαθαίνει το στοχασμό και παρασύρει τα συναισθήματα του ακροατή στην ανάταση και στη γαλήνη.

για το μάθημα της ιστορίας της μουσικής και το ωδείο Ars Musicalis

ΣΟΦΙΑ ΑΜΟΡΙΑΝΟΥ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s