CLARA SCHUMANN

Αναφέρεται συχνά ως η σύζυγος του συνθέτη Robert Schumann, και σαν μία από τις κορυφαίες πιανίστες της εποχής της, παρά ως συνθέτης η ίδια. Ωστόσο, στις αρχές του τελευταίου τετάρτου του 20ου αιώνα το κύρος της ως συνθέτη τελικά άρχισε να αναγνωρίζεται, και ο σύζυγός της συχνά αναφερόταν  ως ο “σύζυγος της Clara Schumann”.

Η εκπληκτική ζωή της Clara Schumann


Σύνοψη

Η Clara Wieck Schumann (Κλάρα Βικ Σούμαν) ήταν μια διακεκριμένη Γερμανίδα μουσικός και συνθέτης της Ρομαντικής περιόδου. Έζησε την περίοδο εκείνη όπου ήταν εξαιρετικά σπάνιο να βρεθούν γυναίκες μουσικοί του διαμετρήματός της και παρά το γεγονός ότι ήταν μία από τις ελάχιστες γυναίκες σε έναν τομέα που κυριαρχούσαν οι άνδρες, είχε μια παραγωγική καριέρα έξι δεκαετιών. Αναφέρεται συχνά ως η σύζυγος του συνθέτη Robert Schumann, και σαν μία από τις κορυφαίες πιανίστες της εποχής της, παρά ως συνθέτης η ίδια. Ωστόσο, στις αρχές του τελευταίου τετάρτου του 20ου αιώνα το κύρος της ως συνθέτη τελικά άρχισε να αναγνωρίζεται, και ο σύζυγός της συχνά αναφερόταν  ως ο “σύζυγος της Clara Schumann”.  Όμως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σαν μία μεγάλη συνθέτης, κυρίως λόγω του μικρού της έργου. Εν τούτοις έγραψε σημαντικές συνθέσεις τόσο για πληκτροφόρο όργανο όσο και για χορωδίες. Αν είχε τη δυνατότητα να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στη σύνθεση – απασχολούνταν με μητρικά ζητήματα, δεδομένου ότι είχε γεννήσει οχτώ παιδιά – θα μπορούσε κάλλιστα να είχε φτάσει το καλλιτεχνικό ύψος του συζύγου της. Κάποια από τα έργα της – π.χ. το Six Lieder, Op. 23 – επιδεικνύουν ιδιαίτερη οξύνοια και βάθος. Άφησε πίσω της ένα σημαντικό αριθμό συνθέσεων, μεταξύ των οποίων “ Quatre Polonaises pour le pianoforte” (1831), “4 Pièces caractéristiques for piano” (1836), “Piano Trio in G minor” (1846) και “Drei romanzen für pianoforte und violine” (1855).

Μια καταξιωμένη πιανίστα, άλλαξε τη μορφή και το ρεπερτόριο του πιάνου κατά τη διάρκεια της μακριάς καριέρας της και άφησε πίσω της έναν σημαντικό αριθμό συνθέσεων. Έπαιξε νέα έργα των Frederic Chopin, Johannes Brahms και   Robert Schumann σε πρώτη εκτέλεση.
Ο πατέρας της ήταν εξαιρετικά  φιλόδοξος για τη μουσική καριέρα της κόρης του και η Clara ήταν εκπαιδευμένη στην επιτυχία από πολύ νεαρή ηλικία. Ο πατέρας της είχε αποφασίσει ακόμα και πριν τη γέννησή της ότι θα έκανε το παιδί του πρώτης τάξης καλλιτέχνη.
Ως νεαρό κορίτσι πήρε μαθήματα πιάνου, βιολιού, τραγουδιού, θεωρίας, αρμονίας, σύνθεσης και αντίστιξης και άρχισε να παίζει στην ηλικία των 8 χρόνων υπό το άγρυπνο βλέμμα του πατέρα της.

Ερωτεύτηκε έναν από τους μαθητές του πατέρα της, τον Robert Schumann και τον παντρεύτηκε παρά τις αντιθέσεις του πατέρα της.  Συνέχισε την καριέρα της ως καλλιτέχνης και συνθέτης και μετά το γάμο και εκπλήρωνε επιδέξια όλες τις υποχρεώσεις της ως επαγγελματίας, σύζυγος και μητέρα. Έπαιξε μεγάλο ρόλο στην αναγνώριση των έργων του συζύγου της και η ίδια έγραψε μικρές αλλά σημαντικές μουσικές συνθέσεις.

Είχε μια μακρά και παραγωγική καριέρα, αλλά η προσωπική της ζωή χτυπήθηκε από πολλές τραγωδίες. Παρότι γέννησε 8 παιδιά, 4 από αυτά πέθαναν πριν από εκείνη. Εκτός από τα δικά της παιδιά, επιβαρύνθηκε με την ευθύνη να μεγαλώσει και κάποια από τα εγγόνια  της.
Υπέστη ένα ισχυρό εγκεφαλικό επεισόδιο το Μάρτιο του 1896 και πέθανε λίγες εβδομάδες μετά στις 20 Μαΐου του 1896, σε ηλικία 76 ετών. Ο τάφος της είναι στο Alter Friedhof (Παλιό Κοιμητήριο) στη Βόννη, στη Γερμανία. Είναι ο ίδιος τάφος με του συζύγου της Robert Schumann.

 

Η γυναίκα, η μουσική και ο 19ος αιώνας

Περίπου 40χρόνια πριν γεννηθεί η Clara Schumann, πέθανε η μητέρα του Mozart. Δεν γνωρίζουμε πολλά για εκείνη, αλλά η ιστορία της έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Το όνομά της ήταν Anna Maria Mozart, το γένος Pertl. Μία δεκαετία πριν τη γέννησή της, ένας Άγγλος δοκιμιογράφος του Διαφωτισμού έγραψε: «Μία γυναίκα είναι κόρη, αδερφή, σύζυγος και μητέρα, ένα απλό εξάρτημα της ανθρώπινης φυλής». Μπορεί η Εποχή του Διαφωτισμού να είχε να κάνει με τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι αφορούσαν απαραίτητα και τις γυναίκες. Όπως αναφέρει η Lianne Ellison Norman στο βιβλίο της “Stitches in air”: “Οι Διαφωτιστές αν και επιδοκίμαζαν τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, γνώριζαν ότι κάποιος έπρεπε να μαντάρει τις κάλτσες του Ανθρώπου και να του μαγειρέψει φαγητό, καθήκοντα που θεωρούνταν ότι οι γυναίκες ήταν Προικισμένες από το Δημιουργό τους να εκτελούν ως αναφαίρετο δικαίωμά τους”.

Η γενική κατάσταση της εποχής ήταν ότι μια γυναίκα μπορούσε να είναι μουσικός μέχρι τη στιγμή που θα παντρευτεί. Από εκείνο το σημείο και μετά όλες της οι ενέργειες πρέπει να διοχετεύονται στις ανάγκες του συζύγου της και της οικογένειάς της. Υπήρχαν προκαταλήψεις ότι αν μια γυναίκα έγραφε μουσική, η σύνθεση θα απορροφούσε όλη τη δημιουργική ενέργεια που απαιτούνταν για να κυοφορήσει ένα παιδί – με αποτέλεσμα η μήτρα της να στεγνώσει – και ο χρόνος που θα αφιέρωνε στη σύνθεση θα την απομάκρυναν από τα καθήκοντά της ως σύζυγος και ως μητέρα. Και μην ξεχνάμε ότι υπήρχε κι εκείνο το θέμα με τη μαγεία …

Στη γενιά της Clara Schumann και της Fanny Mendelssohn, ήταν πια θέμα “τάξης”. Ήταν απρεπές για μια γυναίκα από πλούσια οικογένεια να πληρώνεται για να παίζει. “Φαινόταν” άσχημα. Εάν ήθελαν να παίξουν, μπορούσαν να το κάνουν στην ιδιωτική τους κατοικία, όπου είχαν δωμάτια μουσικής αρκετά μεγάλα για να χωρέσουν μέχρι και 100 άτομα. Με την άνοδο της μεσαίας τάξης, οι γυναίκες που ήθελαν να παίξουν, μπορούσαν να δεχτούν πληρωμή αν ανήκαν φυσικά…. στη μεσαία τάξη. Η οικογένεια της Fanny Mendelssohn ήταν πολύ εύπορη για κάτι τέτοιο. Η οικογένεια της Clara Schumann, ωστόσο, δεν ήταν.

Κοιτάζοντας τον κατάλογο με τους πιανίστες που έπαιξαν στο Gewandhaus της Λειψίας, (ίσως η μεγαλύτερη αίθουσα κονσέρτων της Γερμανίας) στα σχεδόν 100 χρόνια μεταξύ του τέλους του 18ου αιώνα και την τελευταία παράσταση της Clara Schumann εκεί όταν ήταν 68 χρόνων, το ένα τρίτο αυτών ήταν γυναίκες. Έδωσε 74 κονσέρτα σε αυτή την αίθουσα, περισσότερα από οποιονδήποτε άλλον πιανίστα, άνδρα ή γυναίκα, εκείνης της εποχής.

 Οι γονείς της

Η Clara Schumann ήταν να γίνει πιανίστα κονσέρτων από τη μέρα που γεννήθηκε. Αυτό δεν είχε να κάνει με σημάδια ταλέντου με το που γεννήθηκε, αλλά ο πατέρας της ήταν πεπεισμένος ότι το παιδί του θα γινόταν πιανίστα κονσέρτου, επειδή ήταν αποφασισμένος να δείξει στον κόσμο ότι οι διδακτικές του μέθοδοι μπορούσαν να δημιουργήσουν μια μεγάλη πιανίστα. Το αν ήταν αγόρι ή κορίτσι ήταν άσχετο και παρόλο που ο Friedrich Wieck παρουσιάζεται ως ο κακός της υπόθεσης στα βιβλία της ιστορίας, είναι προς τιμήν του το ότι οι διδακτικές του μέθοδοι έπιασαν τόπο στην περίπτωσή της και ότι δεν είπε “ε, είναι κορίτσι, ας προσπαθήσουμε να κάνουμε αγόρι την επόμενη φορά”.

Ο Friedrich Wieck δεν ήταν, αρχικά, μουσικός. Προοριζόταν για μια καριέρα ως κληρικός, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι δεν τον ενδιέφερε το κήρυγμα και ακολούθησε κάποιες μοντέρνες διδακτικές μεθόδους και έγινε γενικός διδάσκων σε εύπορες οικογένειες, όπου ο δάσκαλος μουσικής τους, ένας άνθρωπος εν ονόματι Adolf Bargiel, τον εισήγαγε στη μουσική και την ιδέα του να πηγαίνεις σε κονσέρτα. Όταν μετακόμισε τη Λειψία, μετά την αναταραχή των ναπολεόντειων πολέμων, άνοιξε ένα μουσικό κατάστημα, όπου πουλούσε πιάνο, παρτιτούρες, μουσικά περιοδικά και συσκευές εξάσκησης σχεδιασμένες να βοηθούν τους πιανίστες με τα χέρια του, μηχανές που τέντωναν τα δάχτυλα και άλλα μαραφέτια που έμοιαζαν με αυτά τα σημερινά μηχανήματα για φυσική κατάσταση αλλά που προορίζονταν για χέρια πιανιστών. Παντρεύτηκε μια τραγουδίστρια με το όνομα Marianne Tromlitz, η οποία λάμβανε εξαιρετικές κριτικές όταν τραγούδησε τα σόλο σοπράνο στο Requiem του Mozart, έξι μήνες μετά το γάμο της και ενώ ήταν ήδη έγκυος στο πρώτο της παιδί, το οποίο θα πέθαινε μέσα σε ένα χρόνο. Λίγο μετά τη γέννηση της Clara, το δεύτερό της παιδί, εμφανίστηκε ως σολίστα πιάνου σε ένα κονσέρτο με την ορχήστρα του Gewandhaus.

Μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια, η καριέρα της ως κονσερτίστα δεν διακόπηκε καθόλου παρά τη γέννηση των δύο υιών της. Συνέχισε να εξασκείται καθημερινά υπό την καθοδήγηση του συζύγου της και αργότερα δίδασκε στους προχωρημένους μαθητές. Οι “μέθοδοι” του Wieck αποτελούνταν κυρίως από πολύ έντονες και αυστηρές πρακτικές. Οι καλύτεροι μαθητές έπρεπε να υπομείνουν όχι εβδομαδιαία, αλλά καθημερινά μαθήματα. Αλλά η σύζυγός του έπρεπε ταυτόχρονα να είναι μητέρα τριών παιδιών, να  ασχολείται με το νοικοκυριό, να παίζει σε παραστάσεις δημόσια (ήταν βασικά η καλύτερη διαφήμιση για τον ίδιο) και να διδάσκει σε καθημερινή βάση. Με τη γέννηση του τέταρτου παιδιού, του ανακοίνωσε ότι δεν άντεχε άλλο και τον άφησε. Ο νόμος στη Λειψία υπαγόρευε ότι ο πατέρας θα μπορούσε να έχει την κηδεμονία των μεγαλύτερων παιδιών, διότι βασικά θεωρούνταν ιδιοκτησία του, όμως η Marianne έφυγε με τη μεγαλύτερη κόρη της, την Clara, που δεν είχε κλείσει ακόμα τα πέντε. Τελικά, ο Friedrich Wieck πήρε δικαιωματικά την κηδεμονία της Clara, όπως όριζε ο Σαξονικός νόμος εκείνη την εποχή, έστειλε μια υπηρέτρια να πάρει την κόρη του πίσω από τα χέρια της μητέρας της και οι γονείς της πήραν διαζύγιο. Η μητέρα της Clara ξαναπαντρεύτηκε σύντομα μετά το διαζύγιο και ο πατέρας της ξαναπαντρεύτηκε όταν η Clara ήταν 9 χρόνων. Από τότε που χώρισαν οι γονείς της η νεαρή Clara έβλεπε σπάνια τη μητέρα της.

Η μητέρα της μετακόμισε στο Βερολίνο, όπου παντρεύτηκε τον Adolf Bargiel. Η ειρωνεία είναι ότι ο Bargiel ήταν ο διδάσκαλος του Wieck, εκείνος που τον μύησε στον κόσμο της μουσικής. Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι ενώ ο Wieck πήρε τα εύσημα για τη “δημιουργία” της Clara, ένα από τα τέσσερα παιδιά που έκανε η πρώην σύζυγός του με τον δεύτερο άντρα της μεγαλώνοντας έγινε επίσης συνθέτης, έτσι ίσως και η Marianne να είχε να κάνει με το ταλέντο της Clara τελικά.

 
Παιδικά χρόνια

Η Clara δεν είχε μια φυσιολογική παιδική ηλικία. Δεν μιλούσε μέχρι τα 4 της χρόνια, αλλά δεν ήταν κουφή, αφού ο Wieck ξεκίνησε να της μαθαίνει απλά μουσικά κομμάτια, κι εκείνη τα έπιανε αμέσως. Η Clara μάθαινε πολύ γρήγορα και ο πατέρας της ήταν πολύ χαρούμενος με το να διδάσκει ένα παιδί θαύμα. Προφανώς οι λέξεις ήταν το πρόβλημα. Η κατάσταση αυτή συνέχισε λιγότερο έντονα, δύο χρόνια μετά τον αποχωρισμό από τη μητέρα της. Τη σήμερον ημέρα θα θεωρούνταν “επιλεκτική αλαλία”, όπου το παιδί, για συναισθηματικούς λόγους επιλέγει να μη μιλήσει. Περνούσε το χρόνο της μελετώντας πιάνο και κάνοντας μαθήματα με τον αυταρχικό πατέρα της, ο οποίος της μάθαινε ξένες γλώσσες, θεωρία της μουσικής και την έπαιρνε μαζί του σε κονσέρτα. Ο πατέρας της ήταν ο πρώτος και ο μόνος καθηγητής της στο πιάνο. Έλαβε εξαιρετική μουσική εκπαίδευση παράλληλα με την σχολική.  Επίσης έλαβε μαθήματα θεωρίας και σύνθεσης από τον Christian Theodore Weinlig, Κάντορα της Εκκλησίας του Αγίου Θωμά, και από τον Heinrich Dorn, διευθυντή της Όπερας της Λειψίας.

Ο πατέρας της ήταν απότομος και απαιτητικός, επιρρεπής σε ξεσπάσματα θυμού. Ξεσπούσε συχνά στην Clara, αλλά ήταν ακόμα πιο σκληρός προς τους γιους του τόσο συναισθηματικά όσο και σωματικά. Ο Robert Schumann εξιστορούσε αργότερα ένα  περιστατικό, όπου ο Wieck έδερνε το γιο του Gustav επειδή δεν είχε προετοιμαστεί αρκετά για τα μαθήματά του στο πιάνο, τον έριχνε στο πάτωμα, τον τραβούσε από τα μαλλιά, φωνάζοντάς του όλα την ώρα ενώ τον κλωτσούσε.. Παρόλα αυτά είχε κερδίσει την αγάπη και το σεβασμό πολλών ταλαντούχων μουσικών μέσω της προοδευτικής διδακτικής μεθόδου του. Για παράδειγμα, πίστευε περισσότερο στην αποτελεσματική μελέτη απ’ ότι στην πολύωρη μελέτη και όσον αφορά το στυλ κατέκρινε τις επιτηδευμένες  φιγούρες. Το στυλ της Clara ήταν προφανώς πολύ επηρεασμένο από τον πατέρα της. Αφιερώνοντας τον εαυτό της στον πατέρα της και τη μουσική, η Clara βρήκε ένα ασφαλές καταφύγιο από την οργή γύρω της. Σε κρίσιμες στιγμές αργότερα στη ζωή της, όταν άλλοι της πρότειναν να τα παρατήσει, επειδή κουραζόταν πολύ, εκείνη συνέχιζε να δίνει κονσέρτα. Έλεγε ότι δεν το έκανε γιατί είχε ανάγκη τα χρήματα από τις παραστάσεις (αν και τα είχε), αλλά επειδή η μουσική ήταν η ζωή της και από τα παιδικά της χρόνια το μόνο μέρος που μπορούσε να βρει γαλήνη. Ήταν το ίδιο σημαντικό για εκείνη όπως η αναπνοή. Τρεις ώρες τη μέρα περνούσε στο πιάνο. Τις δύο έκανε εξάσκηση και τη μία έκανε μάθημα, κάθε μέρα. Ήταν 7 χρόνων και ήταν ήδη καλύτερη πιανίστα από τον πατέρα της.

Έδωσε το πρώτο της σόλο κονσέρτο στο Gewandhaus στη Λειψία το 1830 στην ηλικία των 11 παίζοντας με τον πατέρα της ένα ντουέτο του Kalkbrenner, “Variations on a March from Moses”. Το πρόγραμμά της περιλάμβανε επίσης έργα των Herz, Czerny και δύο δικές της συνθέσεις. Η παράστασή της έλαβε εξαιρετικές κριτικές. Είχε γίνει, κατά έναν τρόπο, μία κινούμενη διαφήμιση των διδακτικών μεθόδων του πατέρα της. Ενθουσιασμένος από την προσοχή που λάμβανε η κόρη του, ο Friedrich Wieck την πήρε σε διάφορα τουρ παραστάσεων τα επόμενα χρόνια. Επίσης, άρχισε να συνθέτει από τα 1830 και μέχρι τα 1835 ήταν διάσημη σε όλη την Ευρώπη.
Στα 14 της χρόνια η Clara ξεκίνησε να συνθέτει το “Πιάνο Κονσέρτο σε Λα ελάσσονα”. Έπαιξε το ολοκληρωμένο κονσέρτο στην ηλικία των 16 με την ορχήστρα της Λειψίας που διηύθυνε ο Felix Mendelssohn. Ο Friedrich Wieck ενθάρρυνε την Clara να παίζει την πιο τελευταία και υπέροχη μουσική των δεκαετιών 1820 και 1830, συμπεριλαμβανομένων των πιάνο σονατών του Carl Maria von Weber και τα τελευταία έργα του Frederic Chopin. Τα έπαιζε στα σαλόνια των διασήμων και πλουσίων της Λειψίας. Ανάμεσα στους θαυμαστές της ήταν ο Felix Mendelssohn και ο ποιητής Goethe.

 

Εφηβικά χρόνια και η γνωριμία με τον Schumann

Ως παιδί θαύμα, η Clara Wieck Schumann είχε κάνει εντύπωση σε όλη την Ευρώπη από τα εφηβικά της χρόνια. Ταξίδευε εντατικά και έδινε sold-out κονσέρτα με εξαιρετικά σχόλια από τους κριτικούς. Έκανε περιοδεία σε Δρέσδη, Παρίσι, Βερολίνο και Βιέννη. Το Μάρτιο του 1838 στη Βιέννη η Clara έλαβε, αυτό που ήταν για τον πατέρα της , η μεγαλύτερη δυνατή επικύρωση  των προσπαθειών τους ως δάσκαλος. Ο Αυτοκράτορας τίμησε την Clara με τον τίτλο, “Königliche und Kaiserliche Kammervirtuosin” (Βασιλική και Αυτοκρατορική Βιρτουόζος Σύνθεσης), ο μεγαλύτερος μουσικός τίτλος της Αυστρίας.

Clara Schumann

Η Clara στα 17, σκίτσο με πένα και       μελάνι από τον Elwine von Leyser

Άλλη μία επιρροή του πατέρα της ήταν οι «γραπτές της συνήθειες». Σε όλη την νεαρή της ηλικία η Clara κρατούσε ημερολόγιο, στο οποίο έγραφε ό,τι της υπαγόρευε ο πατέρας της.
Ως έφηβη, ερωτεύτηκε τον Robert Schumann, έναν από τους μαθητές του πατέρα της και ήθελε απεγνωσμένα να τον παντρευτεί.

Ο Robert Schumann ξεκίνησε μαθήματα πιάνου στη γενέτειρά του Zwickau, στην ηλικία των εφτά χρόνων και μετά από λίγα χρόνια ξεκίνησε τη σύνθεση. Ο πατέρας του, βιβλιοπώλης και εκδότης, ήθελε ο Robert να σπουδάσει επίσης Γερμανική φιλολογία. Η μητέρα του, ωστόσο, ήθελε να σπουδάσει Νομική. Γράφτηκε σε δύο Νομικές Σχολές μέσα σε δύο χρόνια, πρώτα στη Λειψία το 1828 και μετά στη Χαϊδελβέργη το 1829, αλλά συνέχισε να ασχολείται με τη μουσική και τη λογοτεχνία. Όταν επέστρεψε στη Λειψία το 1830, ξεκίνησε μαθήματα πιάνου με τον διάσημο δάσκαλο, Friedrich Wieck, και μετακόμισε σε ένα δωμάτιο στο σπίτι του δασκάλου του.
Ήταν μόλις 18 όταν άκουσε για πρώτη φορά την Clara να παίζει. Εκείνη ήταν 9 τότε κι εκείνος σκέφτηκε ότι θα του άρεσε να μάθει να παίζει κι εκείνος με τον δάσκαλό της. Τον δέχτηκαν ως έγκλειστο μαθητή, διέμενε στο σπίτι τους, εξασκούνταν και μελετούσε καθημερινά και ήταν επίσης κάτι σαν μεγάλος αδερφός για την Clara και τα μικρότερα αδέρφια της. Όταν η Clara άρχισε να συνθέτει ένα δικό της πιάνο κονσέρτο (ήταν 13 χρόνων), εκείνος τη βοήθησε με την ενορχήστρωση, παρότι μόλις είχε ξεκινήσει κι εκείνος να συνθέτει σοβαρά. Μόνο αφού τραυμάτισε σοβαρά το χέρι του με ένα από τα μηχανήματα εκγύμνασης του Wieck (ένα μηχάνημα που τέντωνε τα δάχτυλα, εφάρμοζε στο χέρι και δυνάμωνε το 4ο αδύναμο δάχτυλο, τον παράμεσο), συνειδητοποίησε ότι ποτέ δεν θα τα κατάφερνε ως πιανίστας κονσέρτων. Έτσι άρχισε να συνθέτει και ίδρυσε ένα νέο μουσικό περιοδικό που στήριζε το σκοπό των νέων συνθετών που ακολουθούσαν τα χνάρια των Mozart και Beethoven, αλλά που τους αγνοούσαν ως εφήμερους μουσικούς που ήθελαν να γίνουν διάσημοι. Έτσι γνώριζε περισσότερο ο κόσμος της μουσικής τον Schumann. Ως κριτικό και υποστηρικτή της νέας μουσικής.

Η Clara έγραψε το πρώτο της έργο, “Οι 4 Πολωνέζες”, όταν ήταν 10, την ίδια χρονιά που ο Robert ξεκίνησε να γράφει το πρώτο του κομμάτι που εκδόθηκε, οι Παραλλαγές “Abegg”, όπου πήρε τις νότες για το θέμα του από το όνομα μιας κοπέλας που αγαπούσε εκείνο τον καιρό. Είναι ένα από τα λίγα έργα του Schumann που η Clara δεν έπαιξε ποτέ δημόσια.

Όταν η Clara ήταν 12, ο πατέρας της την έστειλε στη Δρέσδη για να συνεχίσει κάποιες σπουδές – αγγλικά και γαλλικά, έκθεση κτλ – και όταν επέστρεψε εκείνο το καλοκαίρι, συνειδητοποίησε ότι μία από τις μαθήτριες του πατέρα της, η Ernestine von Fricken, δεν ήταν πια τόσο φιλική όπως ήταν πριν… και ο Schumann έμοιαζε κάπως απόμακρος επίσης. Σύντομα συνειδητοποίησε ότι κατά την απουσία της, κάτι είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα επρόκειτο να αρραβωνιαστούν. Όταν το έμαθε αυτό ο πατέρας της Ernestine, κατέβηκε στη Λειψία και σταμάτησε την κόρη του από το σχολείο του Wieck. Ανεξάρτητα από το αν ο Robert ήταν ερωτευμένος με την Clara εκείνη την περίοδο, οι εγγραφές του ημερολογίου υποδεικνύουν ότι η εκείνη μάλλον ήταν ερωτευμένη μαζί του. Αποφάσισε να στρέψει την προσοχή της σε έναν άλλον μαθητή του πατέρα της που έμενε στο σπίτι και αυτό φάνηκε να ενοχλεί τον Robert και να τον κάνει να ζηλεύει. Ήταν τότε που ο Robert έγραψε τη σουίτα μικρών κομματιών με τίτλο “Carnaval” όπου απεικονίζονται η Clara και η Ernestine με τα δικά τους μουσικά προτραίτα, μαζί με δύο πλευρές της προσωπικότητας του Schumann, ο ονειροπόλος Ευσέβιος και ο εκδηλωτικός Φλόρεσταν. Τελικά ο Robert δήλωσε ότι δεν ήταν πια ερωτευμένος με την Ernestine, την οποία περιέγραφε ως “πλούσια σωματικά, ασήμαντη διανοητικά”.

Μέσα στα επόμενα χρόνια, η σχέση μεταξύ του Robert και της Clara εξελίχθηκε από συμμαθητές και μεγάλος αδερφός-μικρή αδερφή σε… συνθέτης και ερμηνευτής. Εκείνη έγινε η πρώτη ερμηνεύτρια της μουσικής του. Από εκεί και πέρα η σχέση τους εξελίχθηκε σε μία από τις πιο διάσημες ιστορίες αγάπης στην κλασική μουσική.

Όταν ο Wieck έμαθε ότι η Clara και ο Robert αγαπιόντουσαν, έγινε έξαλλος και απείλησε να πυροβολήσει τον Robert αν τον ξαναέβλεπε ποτέ η Clara. O Wieck είχε τους λόγους του να αντιτάσσεται σε αυτό το γάμο, καθώς ο Schumann είχε ιστορικό κατάθλιψης, έπινε, δεν είχε μέσα να στηρίξει μια σύζυγο και είχε στο παρελθόν πολλές αποτυχημένες σχέσεις με γυναίκες.
Και όσο και αν νοιαζόταν τον Robert, η Clara είχε τις δικές της ανησυχίες. Του έγραφε: “Έχω κι εγώ σκεφτεί πολύ σοβαρά το μέλλον και πρέπει να σου πω ένα πράγμα: Δεν μπορώ να γίνω δική σου, μέχρι να αλλάξουν εντελώς οι συνθήκες… Ζητάω πολλά και αντιλαμβάνομαι ότι χρειάζονται πολλά για μια κατάλληλη ζωή. Robert, δοκίμασε τον εαυτό σου. Είσαι σε θέση να μου προσφέρεις μια ξέγνοιαστη ζωή; Αναλογίσου ότι παρά το γεγονός ότι έχω μεγαλώσει απλά, ποτέ δεν έλαβα φροντίδα. Πρέπει να θάψω την τέχνη μου τώρα; Η αγάπη είναι πάρα πολύ όμορφη, αλλά, αλλά…”
Δεν επιτρεπόταν στην Clara και τον Robert να βλέπονται ή να επικοινωνούν ανοιχτά. Φίλοι τους διακινούσαν επιστολές που ήταν κωδικοποιημένες.

Όσο και αν ο Wieck δεν ήθελε το Robert για γαμπρό του, δεν τον απέρριπτε ως συνθέτη. Στην πραγματικότητα, ήταν ο Wieck που έδωσε στην Clara να μάθει το κομμάτι του Schumann για πιάνο “Papillons”. Ένα από τα πράγματα που καθόρισε την μετέπειτα καριέρα της Clara ήταν η προώθηση της μουσικής του συζύγου της. Το “Papillons” ήταν ένα από τα πρώτα κομμάτια του που έπαιξε.

Ο πατέρας της έκανε ό,τι μπορούσε για να διακόψει τη σχέση τους, καθώς πίστευε ότι θα επηρέαζε την επιτυχημένη καριέρα της κόρης του, αλλά εκείνοι συνέχισαν να βλέπονται. Δείτε το από την πλευρά του Wieck. Παρά το γεγονός ότι δεν της φέρθηκε ποτέ σαν πατέρας και την είχε αποκόψει από τη μητέρα της (η μητριά της ήταν μόνο μια σκιά σε αυτή την οικογένεια, αν και είναι απίστευτο το ότι παρέμεινε παντρεμένη με τον Wieck για 45 χρόνια), είχε επενδύσει όλη του τη ζωή στην καριέρα της. Και λέμε “επενδύσει” διότι αυτό ακριβώς ήταν η Clara για εκείνον. Όπως και η πρώτη σύζυγός του, η Clara διαφήμιζε την ικανότητά του ως δάσκαλος πιάνου. Ήταν η αγαπημένη του μουσικού κόσμου και όλη η δόξα και τα χρήματα αντανακλούσαν πίσω στον δάσκαλό της, τον πατέρα της Friedrich Wieck. Αφού την είχε μυήσει σε έναν αυστηρό τρόπο εξάσκησης και μελέτης, εκτέλεσης και σύνθεσης, όλα αυτά θα καταστρέφονταν από έναν ανεύθυνο ατάλαντο φιλελεύθερο νεαρό. Επίσης, θα έχανε πλέον κάθε επιρροή πάνω της, αφού βάσει νόμου θα ήταν πλέον η κυρία Schumann κυρίως και όχι η κόρη του Friedrich Wieck.
Ο Schumann ζήτησε από τον Wieck την άδεια του να παντρευτούν αλλά ο Wieck αρνήθηκε. Ο νόμος ήταν με το μέρος του και η Clara δεν μπορούσε να παντρευτεί χωρίς την άδεια του πατέρα της πριν κλείσει τα 21 της χρόνια. Η Clara ήταν μόνο 18 κι έτσι εκείνη και ο Robert προσέφυγαν στο δικαστήριο προκειμένου να μεταπείσουν τον πατέρα της, αλλά εκείνος δεν ήθελε να ακούσει. Η πικρή μάχη στα δικαστήρια διήρκησε τρία χρόνια με τις δύο πλευρές να υποβάλλουν αγωγές  μεταξύ τους. Ένας δικαστής απεφάνθη υπέρ του ζευγαριού τον Ιούλιο του 1840. Παντρεύτηκαν στις 12 Σεπτεμβρίου 1840 μια μέρα πριν τα 21α γενέθλια της Clara. Ήταν μια ευτυχισμένη στιγμή και για τους δύο, παρά τις δοκιμασίες. Η ευτυχία του Schumann εκδηλώθηκε ως κύμα δημιουργικότητας, κυρίως τραγουδιών και μουσικής δωματίου.
Όταν η Clara έφυγε από κοντά του, ο Wieck ανταπέδωσε με μια εκστρατεία συκοφαντικών επιστολών, στις οποίες επιτίθετο όχι μόνο στο σύζυγό της, αλλά και στην ίδια του την κόρη, παρακινώντας τον κόσμο να αποφεύγει τα κονσέρτα της και να μην επιτρέπουν σε νεαρά κορίτσια να την πλησιάζουν, πόσω μάλλον να μελετάνε μαζί της, από φόβο μην τις “μολύνει”.

 

 Ο έρωτας του αιώνα

Η αγάπη μεταξύ του Robert Schumann και της Clara Wieck Schumann είναι μια αξιαγάπητη ιστορία που υμνεί τη μουσική τους και το γάμο τους. Είναι μία από τις μεγαλύτερες ιστορίες αγάπης.
Επέζησε από γονική αποδοκιμασία, κουτσομπολιό και άβολες κοινωνικές καταστάσεις για να γίνει ένας από τα μεγαλύτερα ειδύλλια στον κόσμο της κλασικής μουσικής. Για τον Robert και την Clara Schumann, η παγκόσμια γλώσσα της μουσικής ήταν η προσωπική γλώσσα της αγάπης.
Ο Schumann εξέφραζε μέσα από τη μουσική του το βάθος της αγάπης του για την Clara.

Clara & Robert Schumann

Clara & Robert Schumann,                                                                 a ανώνυμος λιθογράφος

Τον πρώτο χρόνο του γάμου τους έγραψε περισσότερα από 130 τραγούδια για φωνή και πιάνο. Τα είχε εμπνευστεί από τον πρώτο καιρό που ανέπτυξαν δεσμό. Καθώς μεγάλωνε η οικογένειά τους συνέθεσε το Kinderszenen (Παιδικές Σκηνές, 1838) σαν σύνολο κομματιών για πιάνο για να εκφράσει τον ενθουσιασμό, την περιέργεια, διάσημα παιχνίδια και όνειρα των παιδιών.
Ενώ ο Schumann συνέθετε, η Clara ασχολούταν με το πιάνο και την ανατροφή των οχτώ παιδιών τους. Έπαιζε τη μουσική του στα κονσέρτα και ήταν μία από τις πρώτες πιανίστες που έπαιζε το πρόγραμμά της από μνήμης. Ήταν η έμπνευσή του και ταυτόχρονα διαχειριζόταν τα πρακτικά θέματα του νοικοκυριού. Τα χρήματα που έβγαζε από τα κονσέρτα ήταν η βασική πηγή εισοδήματος για την οικογένεια.

Το κοινό άκουγε τη μουσική του Robert και της Clara Schumann, αλλά η μουσική αυτή περιείχε κρυφά μηνύματα από το συνθέτη στη μούσα του, όπως θεματικό υλικό που συλλάβιζε το όνομά της ή έργα που ήταν αφιερωμένα σε εκείνη ή είχαν ονομαστεί για χάρη της. Συχνά συμπεριλάμβανε το διάστημα κατιούσας πέμπτης για να την αντιπροσωπεύσει, επειδή ήταν μέρος ενός θέματος σε μία από τις δικές τις συνθέσεις. Και οι δύο χρησιμοποιούσαν τη μουσική σαν προέκταση των βαθύτερων σκέψεων τους.

Παρακάτω ένα κομμάτι μουσικής που συνέθεσε ο Robert για να παίζει η σύζυγός του, η αργή κίνηση του Κουαρτέτου Πιάνου. Η μελωδία του τσέλο περιγραφόταν ως “τραγούδι αγάπης” το οποίο έγραψε ο συνθέτης για να το τραγουδήσει στη σύζυγό του η οποία, όχι συμπτωματικά, προοριζόταν να ήταν εκείνη που θα το έπαιζε. Και αφού συνήθιζε να παίζει τη μουσική του άντρα της – έπαιζε τη μουσική του συνέχεια όταν έλειπε σε περιοδείες – μπορούσε να ακούει πάντα τη μελωδία αυτή και να της θυμίζει την αγάπη του για αυτήν, ακόμα και μετά το θάνατό του.
Piano Quartet In E Flat, Op.47 – 3. Andante cantabile

 

Η ζωή μέσα στο γάμο

Την επόμενη μέρα του γάμου τους, ο Robert έδωσε στην Clara ένα ημερολόγιο , ως δώρο γενεθλίων και της πρότεινε να το συμπληρώνει ο καθένας τους εναλλάξ και να το ανταλλάζουν κάθε εβδομάδα. Διατήρησαν το ημερολόγιο για πολλά χρόνια. Το ημερολόγιο τους επέτρεπε να καταγράφουν τις ανησυχίες , τους φόβους και τις ευχές τους, ενώ ταυτόχρονα υπήρξε και πηγή δημιουργικότητας για μελλοντικές συνθέσεις. Σήμερα εξυπηρετεί ως άμεση πηγή για τις ζωές των δύο καλλιτεχνών και του μεγαλύτερου έρωτα του αιώνα.

Η Clara και ο Robert είχαν έναν κοινό μουσικό βίο – εκείνη κυρίως ως πιανίστα, κι εκείνος ως συνθέτης. Ο Robert ενθάρρυνε την Clara να συνθέτει. Εξέδωσε κρυφά από εκείνη τα τραγούδια της που είχε γράψει τον πρώτο χρόνο του γάμου της και της τα παρουσίασε στην πρώτη τους επέτειο. Η μουσική τους αλληλεπίδραση ήταν έντονη, καθώς μελετούσαν παρτιτούρες συμφωνιών μαζί, μοιράζονταν τις αντιδράσεις στις παραστάσεις τους, και διάβαζαν παρόμοια λογοτεχνία. Όσο και αν ο Robert θαύμαζε τα ταλέντα της Clara, ήθελε μια ήσυχη σταθερή οικιακή ζωή.. Η Clara ήθελε να του παρέχει αυτού του είδους της ζωή, όμως ήταν παιδί της μουσικής παράστασης. Λίγο μετά το γάμο τους, εκείνη συζητούσε για περιοδείες κονσέρτων. Δεν ήθελε να ξεχαστεί και συν τοις άλλοις, είχε πάντα κατά νου τα οικονομικά της οικογένειας.
Η Clara συνέχισε να δίνει παραστάσεις και να συνθέτει ακόμα και μετά το γάμο της – σπάνιο χαρακτηριστικό για μια γυναίκα της Ευρώπης στα μέσα του 19ου αιώνα. Σύντομα ακολούθησε η μητρότητα, αφού έφερε στη ζωή 8 παιδιά σε μικρό χρονικό διάστημα μεταξύ του 1841 και του 1854. Κατά κάποιον τρόπο τα κατάφερνε με επιδεξιότητα τόσο στα οικιακά της καθήκοντα, όσο και στις επαγγελματικές της υποχρεώσεις, παρά το γεγονός ότι δεν είχε μεγάλη υποστήριξη από το σύζυγό της. Δεν έγραψε πολλά τα πρώτα χρόνια του γάμου της, αν και ολοκλήρωσε το Six Lieder, Op. 13 (1842-1843), και μερικά κομμάτια για πιάνο, συμπεριλαμβανομένου του Three Preludes and Fugue (1845).

Η Marie, το πρώτο τους παιδί, γεννήθηκε το 1841 και είχε αναλάβει πολλές από τις υποχρεώσεις του νοικοκυριού, φροντίζοντας τα μικρότερα αδέρφια της και βοηθώντας τον πατέρα της, όταν η Clara έλειπε μακριά σε περιοδείες κονσέρτων. Η Marie δεν παντρεύτηκε ποτέ και παρέμεινε κοντά στη μητέρα της μέχρι το θάνατό της.

Η Clara συνέχισε να δίνει κονσέρτα πριν και λίγο μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού τους, της Elise, που γεννήθηκε 2 χρόνια αργότερα. Η Elise ήταν η πιο ανεξάρτητη από τα παιδιά και έγινε μια επαρκής πιανίστα. Η ίδια είπε ότι το να παίζει την έκανε αρκετά νευρική για να κυνηγήσει μια σχετική καριέρα. Η Clara δεν ήταν πολύ καλή με την Elise, συχνά έκανε άδικες  συγκρίσεις με τη Marie. Είναι θαύμα που η Elise εγκατέλειψε νωρίς την οικογένειά της για να κυνηγήσει μια ζωή ως παιδαγωγός και ως δασκάλα πιάνου πριν παντρευτεί στα 34 και μείνει για ένα διάστημα στην Αμερική. Αργότερα, εκείνη και ο σύζυγός της θα είχαν ξανά σχέση με την Clara, βοηθώντας την στα τελευταία της χρόνια, αλλά δεν και πάλι δεν ήταν μια ευτυχισμένη σχέση.

Η Julie, γεννήθηκε 2 χρόνια μετά, ήταν ένα φιλάσθενο κορίτσι, αλλά μεγαλώνοντας έγινε η πιο όμορφη από όλες τις κόρες. Παντρεύτηκε έναν Ιταλό κόμη.

Προκειμένου να μένει περισσότερο στο σπίτι εκείνα τα χρόνια, η Clara οργάνωσε ένα τρίο πιάνου και έδινε κονσέρτα κυρίως στη Λειψία και τη Δρέσδη, τις δύο κύριες πόλεις του βασιλείου της Σαξονίας. Μετακόμισαν στη Δρέσδη, όπου γνώρισαν τον Richard Wagner, ο οποίος εκείνη την περίοδο έγραφε το Lohengrin (Λόενγκριν). Ο Schumann ήταν υποστηρικτής της νέας μουσικής, ωστόσο του ήταν δύσκολο να εγκρίνει τη μουσική του Wagner. Ο Wagner θεωρούσε ότι ο Schumann ήταν παλιομοδίτικος. Ο Schumann συχνά έπεφτε σε μελαγχολία μετά από ξεσπάσματα δημιουργικής έντασης. Άρχισε να βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στο σκοτεινό κόσμο της φρενοβλάβειας του, κάτι που σήμερα θα αποκαλούσαμε μανιοκαταθλιπτική διαταραχή. Εκείνη έγινε από εκπρόσωπός του, προστάτιδά του και λίγο αργότερα ανέλαβε τη φροντίδα του και την περίθαλψή του.
Ο πρώτος τους γιος, ο Emil, γεννήθηκε 2 χρόνια μετά τη Julie, και λίγο μετά τη γέννησή του η Clara συνέθεσε το μεγαλύτερό της έργο. Φυσικά, το γεγονός ότι ήταν παντρεμένη με ένα συνθέτη δημιουργούσε προβλήματα. Όταν ο Robert συνέθετε, εκείνη δεν μπορούσε ούτε καν να εξασκηθεί. Έβρισκε πολύ λίγο χρόνο για να συνθέτει, αλλά αφού δημιούργησε ένα τρίο πιάνου στη Δρέσδη, αποφάσισε να γράψει ένα τρίο πιάνου για εκείνους, πράγμα που ο Robert θεώρησε πολύ καλό. Τον ενέπνευσε μάλιστα να γράψει ένα δικό του τρίο. Ακόμα κι αν ο ίδιος το είχε σκοπό εξ’αρχής να γράψει ένα τρίο, στην Clara δεν άρεσε η σύγκριση. Το γεγονός ότι μπόρεσε να γράψει αυτό το τρίο, το πιο φιλόδοξό της έργο, εκείνη τη χρονική περίοδο είναι εκπληκτικό από μόνο του. Δεδομένου ότι τότε ο Robert χρειαζόταν τη “θεραπεία” του (ξεκουραζόταν σε ένα σπα για να ανακουφίζεται από τα συμπτώματα της κατάθλιψης), είχε επίσης μόλις γεννήσει τον Emil και αργότερα είχε και μια αποβολή.  Κι έπειτα ο Emil πέθανε όταν ήταν μόλις 16 μηνών. Η Clara τότε ήταν έγκυος στο επόμενό τους παιδί, τον Ludwig, ο οποίος όπως αποδείχθηκε είχε την πιο δυστυχισμένη παιδική ηλικία και εξαιτίας της μητέρας του την πιο οδυνηρή.

Το 1849 ήταν μια χρονιά πολιτικών αναταραχών στην Ευρώπη. Στη Δρέσδη, συνέλαβαν το Wagner για προδοσία, επειδή υποστήριξε τη μικρή σε διάρκεια επανάσταση και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στην εξορία. Ο Schumann, προκειμένου να αποφύγει την υποχρεωτική στρατολόγηση στη Φρουρά (Street Guard), διέφυγε με τη γυναίκα του και τα μεγαλύτερό τους παιδί, 7 χρόνων, αφήνοντας τα υπόλοιπα 3 σε έναν υπηρέτη τους. Μετά από ταξίδι με το τραίνο και περπάτημα πολλών χιλιομέτρων, ήταν ασφαλείς. Και τότε η Clara, έγκυος στο έκτο της παιδί, επέστρεψε για  να πάρει και τα υπόλοιπα παιδιά της, ξεκινώντας από τις 3 το πρωί. Δια μέσω πυροβολισμών έξω από το σπίτι τους, κατάφερε να τα μεταφέρει με ασφάλεια. Δύο μήνες αργότερα γέννησε το γιο της Ferdinand.

Δύο χρόνια ακόμα πέρασαν και γεννήθηκε η Eugenie. Έγινε η οικογενειακή ιστορικός, αν και δεν γνώρισε ποτέ πραγματικά τον πατέρα της. Είχε κάποιο μουσικό ταλέντο, αλλά έζησε μαζί με τη μητέρα της μέχρι τα 40 της, οπότε έφυγε για μια καριέρα που δεν πραγματοποίησε ποτέ. Η Clara περιέγραφε τη σχέση τους με μια φράση: “Η μία αναστατώνει την άλλη.”

Το 1853, οι Schumann μετακόμισαν στο Ντίσελντορφ όταν προσφέρθηκε στον Robert μια θέση διευθυντή ορχήστρας. Εκεί τους υποδέχτηκαν θερμά και η Clara είχε ένα πολύ παραγωγικό καλοκαίρι, , δημιουργώντας διάφορα σημαντικά  έργα, συμπεριλαμβανομένου και του Op. 20 Παραλλαγές σε ένα θέμα του Robert Schumann και το προαναφερθέν Op. 23.

Ενώ ζούσαν στο Ντίσελντορφ, μπήκε στη ζωή τους ο Johannes Brahms, ο οποίος ήρθε στην πόλη για να γνωρίσει τον Robert Schumann, υποστηρικτή της νέας μουσικής. Δεν είχε κλείσει ακόμα τα 20, κοντός με μακριά ξανθά μαλλιά και διαπεραστικά γαλάζια μάτια. Αφού παρουσιάστηκε απρόσκλητος στο κατώφλι της πόρτας τους, έπαιξε λίγη από τη μουσική του για τον Robert, αλλά τότε ο Schumann του ζήτησε να περιμένει: “Πρέπει να σε ακούσει η γυναίκα μου” είπε. Κι έτσι η Clara Schumann γνώρισε το Johannes Brahms. Ο Brahms επισκεπτόταν τον Robert και την Clara κάθε μέρα, και για λίγο, ο ενθουσιασμός τους για αυτόν τους βοήθησε να ξεχάσουν τα προβλήματά τους.

Εκείνη ήταν 35 και καταξιωμένη ως πιανίστα. Η μετριοφροσύνη της την έκανε να νιώθει άβολα με τον οξύ ανταγωνισμό της εποχής, όταν κριτικοί και κοινό, αλλά και οι ίδιοι οι πιανίστες χωρίζονταν σε εκείνους που ήταν υπέρ του Liszt κι εκείνους που ήταν υπέρ του Thalberg, για παράδειγμα, και εκείνη δεν ήθελε καθόλου να μπλεχτεί σε κάτι τέτοιο. Επίσης, δεν έπαιζε τα βιρτουόζικα, επιδεικτικά κομμάτια που τραβούσαν τον κόσμο και απέφεραν πολλά λεφτά. Έπαιζε μουσική δωματίου, σονάτες του Beethoven sonatas και φυσικά μουσική του συζύγου της. Κι επίσης τη νέα μουσική εκείνου του νεαρού, του Brahms.

Τελικά, οι οικογενειακές ευθύνες, η καριέρα και τα προβλήματα υγείας ξεπέρασαν την Clara και τον Robert. Εξαιτίας της σωματικής και νοητικής αστάθειας του συζύγου της, η Clara ανέλαβε όλες τις οικογενειακές ευθύνες. Όλα αυτά την απέτρεψαν από το να εξασκείται, να παίζει και να συνθέτει. Επίσης, το γεγονός ότι τα δύο πιάνο τους ήταν τόσο κοντά, έκανε συχνά αδύνατο να δουλεύουν και οι δύο ταυτόχρονα, ο ένας αποσπούσε την προσοχή του άλλου. Το κοινό τους πάθος για τη μουσική δημιουργούσε τριβή, αλλά αποτελούσε και εποικοδομητική συνεργασία. Το ότι ήθελαν και οι δύο να διατηρήσουν την καριέρα τους, δημιουργούσε πρόβλημα μεταξύ τους σε όλη τη διάρκεια του γάμου τους. Η Clara αγαπούσε τις περιοδείες, ενώ ο Robert τις μισούσε. Ο Robert χρειαζόταν ησυχία για να συνθέσει. Αυτό σήμαινε ότι η Clara δεν μπορούσε να μελετήσει. Τελικά, η Clara έκανε στην άκρη ως κίνηση σεβασμού προς τον Robert.

Το 1854, οι κρίσεις κατάθλιψης του Robert Schumann συνεχίζονταν. Όταν έπιασε δουλειά σαν μαέστρος για την πόλη του Ντίσελντορφ στο Ρήνο, δεν ήταν το καλύτερο ταίριασμα. Δεν ήταν ο μαέστρος που νόμιζε ότι ήταν, υπήρχαν παράπονα από μουσικούς και κριτικούς. αν και τουλάχιστον η εμπειρία του αυτή μας έδωσε τη Ρηνική Συμφωνία. Όμως έπεφτε σε όλο και μεγαλύτερες περιόδους κατάθλιψης και άρχισε να παρουσιάζει πιο ενοχλητικά συμπτώματα (για παράδειγμα, άκουγε συνέχεια μουσική στο κεφάλι του) και ένα απόγευμα, ξαφνικά, έφυγε από το σπίτι, ενώ η Clara εξασκούνταν, πήγε μέχρι το ποτάμι και πήδηξε από μια  γέφυρα  με σκοπό να πνιγεί. Κάποιοι περαστικοί τον διέσωσαν κι αμέσως εστάλη στο νοσοκομείο κι από εκεί σε ένα  άσυλο, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του, μετά από 14 χρόνια γάμου και αφού είχε αποκτήσει 8 παιδιά. Πέθανε εκεί από σύφιλη το 1856. Δεν επέστρεψε ποτέ ξανά στο σπίτι του και στην Clara σπάνια επιτρεπόταν να τον δει. Την κάλεσαν μέσω τηλεγραφήματος από το νοσοκομείο, αλλά δεν πρόλαβε να τον δει ζωντανό. Του άφησε λουλούδια στο μέτωπό του, κι έγραψε στο ημερολόγιό της ότι πήρε και την αγάπη της μαζί του.

Εκείνη την περίοδο η Clara ήταν έγκυος στο όγδοό της παιδί, που γεννήθηκε λίγο μετά το φριχτό επεισόδιο, και ονομάστηκε Felix, από τον φίλο τους Felix Mendelssohn.

Ο νεαρός Brahms προσφέρθηκε να βοηθήσει, πρόσεχε τα παιδιά (το μεγαλύτερο ήταν τότε 13 χρόνων) και έγινε ο “Θείος Johannes”. Η Clara βρήκε παρηγοριά στη σύνθεση της μουσικής μαζί με τον Brahms και άλλους φίλους, όπως τον μεγάλο βιολονίστα Josef Joachim που τους επισκεπτόταν συχνά. Μετά τη γέννηση του Felix, η Clara πήγε σε περιοδεία δύο μηνών, δίνοντας πάνω από 20 κονσέρτα, τα 16 από αυτά σε 5 εβδομάδες. Αν και δεν ήταν πρέπον εύπορες γυναίκες να βγάζουν χρήματα παίζοντας στη σκηνή, ήταν απαραίτητο για την Clara που είχε 7 παιδιά τώρα να θρέψει.

Ο Brahms της εμπιστεύτηκε τις συνθέσεις του και συχνά ζητούσε τα σχόλια της και την έγκρισή της για έργα που μόλις είχε ολοκληρώσει. Αν συμφωνούσε με τις παρατηρήσεις της, τα ξαναέγραφε από την αρχή. Ήταν ερωτευμένος μαζί της; Ήταν συνέχεια μαζί της και τη βοηθούσε με την οικογένειά της, όταν εκείνη έλειπε σε περιοδεία, αλλά ταυτόχρονα είχε φευγαλέες και βραχύβιες σχέσεις με νεότερες γυναίκες, που ποτέ δεν επέλεξε να παντρευτεί, ίσως επειδή ποτέ δεν μπορούσαν να φτάσουν την έμπνευση που του έδινε η Clara. Μία από τις γυναίκες που είχε ερωτευτεί ήταν και η … Julie Schumann. Κατά τη διάρκεια ενός ειδυλλιακού καλοκαιριού, όταν επισκέφτηκε την οικογένεια, συνέθετε τα Liebeslieder Waltzes, πολύ ευχάριστα ερωτικά  τραγούδια, που παίζονταν προς το βράδυ, μετά από απογεύματα βαρκάδων και πικ νικ. Μια μέρα, η Clara ανακοίνωσε ότι η Julie θα αρραβωνιαζόταν έναν Ιταλό κόμη. Χωρίς να πει λέξη, ο Brahms όρμησε έξω από το σπίτι και μόνο λίγο καιρό αργότερο κατάλαβε γιατί το έκανε. Κανείς στην οικογένεια δεν είχε την παραμικρή ιδέα.

Η Julie ήταν πάντα φιλάσθενη και Clara ανησυχούσε κατά πόσο θα μπορούσε να διαχειριστεί τη μητρότητα. Η Julie αρρώστησε απότομα και επικίνδυνα μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού της και τα νέα του αναμενόμενου θανάτου της έφτασαν στην Clara μέσα από ένα τηλεγράφημα, ένα απόγευμα που συνόδευε σε ένα ρεσιτάλ. Γνωρίζοντας ότι με το να ακυρώσει την παράσταση θα δημιουργούσε πολλά προβλήματα σε άλλους, συνέχισε να παίζει κανονικά χωρίς να πει σε κανένα τίποτα πριν το τέλος της παράστασης. Ήταν χαρακτηριστικό της Clara, να βρίσκει γαλήνη στη μουσική από τον πραγματικό κόσμο.

Αλλά αυτή δεν ήταν η πρώτη τραγωδία που βίωσε με τα παιδιά της. Ο γιος της, Ludwig, ήταν πάντα ένα προβληματικό παιδί, ευερέθιστος και ανίκανος να συγκεντρωθεί σε κάτι για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ήθελε να γίνει μουσικός απεγνωσμένα και μάλιστα τον δίδαξε η ίδια (κάτι που δεν έκανε στα άλλα της παιδιά), αλλά δεν ήταν πολύ ταλαντούχος, ούτε ως πιανίστας ούτε ως συνθέτης και πολύ λίγη πειθαρχία για να πραγματοποιήσει τα όνειρά του. Όταν ήταν σχεδόν 22, τον έστειλαν σε μια κλινική για εξετάσεις, όπου διεγνώσθη με μία ανίατη νόσο του νωτιαίου μυελού που είχε επηρεάσει τον εγκέφαλο. Η Clara δεν ήθελε, αλλά έπρεπε να τον στείλουν σε ένα άσυλο, που έμοιαζε περισσότερο με φρούριο (αργότερα θα γινόταν στρατόπεδο συγκεντρώσεως) και μόνο 4 χρόνια αργότερα της επέτρεψαν να τον δει. Το γεγονός ότι της θύμιζε την κατάσταση του Robert ήταν διπλά οδυνηρό για εκείνη και μετά από ακόμα μία επίσκεψη τον επόμενο χρόνο, δεν τον ξαναείδε ποτέ τα υπόλοιπα 20 χρόνια της ζωής της.

Τότε που επισκέφτηκε τελευταία φορά τον Ludwig, την απασχολούσε επίσης και ο μικρότερός της γιος, Felix, ο οποίος είχε γεννηθεί λίγο μετά την απόπειρα αυτοκτονίας του πατέρα του. Είχε διαγνωστεί με φυματίωση όταν ήταν έφηβος. Έμοιαζε τόσο πολύ με τον πατέρα του. Τον προόριζαν για τη Νομική, αλλά εκείνον τον ενδιέφερε η μουσική και η ποίηση και η Clara προσπαθούσε να τον μεταπείσει. Ο Felix έγραψε ποιήματα που η Clara έστειλε στον Brahms για να τα αξιολογήσει. Εκείνος χρησιμοποίησε τρία από αυτά στα τραγούδια που εξέδωσε, αλλά εκείνη προσπαθούσε ακόμα να τον μεταπείσει, ή τουλάχιστον να τα εκδώσει με ψευδώνυμο για να προστατέψει το όνομα της οικογενείας. Δεν ήταν και πολύ ενθαρρυντική, αλλά έχοντας δει τις δυσκολίες μιας τέτοιας καριέρας από τον σύζυγό της, αλλά ίσως και από την ίδια, ήθελε να γλιτώσει το γιο της από μια τέτοια μοίρα. Τελικά, ο Felix ήρθε σπίτι να ζήσει με τη μητέρα του τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Πριν το τέλος, ήταν η μεγαλύτερή του αδερφή Marie που έκατσε μαζί με τον Felix τη νύχτα που πέθανε. Δεν ήθελαν να φορτώσουν την Clara και με αυτό.

Ο γιος της Ferdinand, γεννημένος στη μέση της Επανάστασης το 1849, έπασχε από σοβαρούς ρευματισμούς ενώ ήταν στο στρατό κατά τη διάρκεια του Γαλλοπρωσικού πολέμου, με αποτέλεσμα να εθιστεί στη μορφίνη. Η Clara δεν ενέκρινε το γάμο του, αλλά όταν ο Ferdinand ήταν αβοήθητος, με πατερίτσες, και έμπαινε από το ένα ίδρυμα στο άλλο, ανήμπορος να φροντίσει τη γυναίκα του και τα εφτά παιδιά του, η Clara ανέλαβε τη φροντίδα και την ευθύνη των παιδιών του, ειδικά μετά το θάνατο του Ferdinand στα 34 του. Ο εγγονός της Ferdinand (ο μικρότερος) έζησε μαζί της μέχρι το θάνατό της.
Η ζωή μετά το θάνατο του Robert

Μετά το θάνατο του Robert η Clara έμεινε να στηρίζει την οικογένειά της  δίνοντας κονσέρτα και διδάσκοντας.  Μετά τα 36δεν έγραψε σχεδόν καθόλου μουσική, εκτός από το Romance σε Σι Ελάσσονα που δεν εξέδωσε ποτέ. Το είχε στείλει στον Brahms σαν χριστουγεννιάτικο δώρο της χρονιά που πέθανε ο Schumann. Επίσης είχε στείλει και ένα εμβατήριο στους φίλους της, τους Hübners, για την 50ή τους γαμήλια επέτειο το 1876, που μπορεί να φαίνεται παράξενο, πριν συνειδητοποιήσει κανείς ότι οι Hübners ήταν οι νόμιμοι κηδεμόνες του γιου της Ludwig στο άσυλο στο Colditz και το 1876 ήταν η τελευταία φορά που είδε τον γιο της. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της δεν μπορούσε να παίξει για πολλή ώρα και λέγεται ότι ο λόγος που ο Brahms έγραφε τότε μικρά κομμάτια για πιάνο και της έστελνε, ήταν για να έχει να παίξει κάτι που να μπορεί να διαχειριστεί.

Τα πιανιστικά της χαρίσματα θεωρούνταν από πολλούς ισάξια ή και ανώτερα του Liszt. Η παρηγοριά της Clara ήταν η μουσική της. Την στήριξε μέσα στη γεμάτη κακουχίες 60ρονη καριέρα της – η τραγωδία της απόπειρας αυτοκτονίας του Schumann και ο θάνατός του μετέπειτα, και οι θάνατοι των τεσσάρων από τα οχτώ παιδιών της. Κατέληξε να στηρίζεται στο συνθέτη και πιανίστα Johannes Brahms για θέματα φιλίας και έμπνευσης. Ο Brahms παρέμεινε σταθερός φίλος μέχρι τις τελευταίες μέρες της Clara.

Πήγε στην Αγγλία για πρώτη φορά το 1856 και προσκλήθηκε να παίξει σε ένα κονσέρτο της Φιλαρμονικής του Λονδίνου, όπου μαέστρος ήταν ο William Sterndale Bennett, ένας καλός φίλος του Robert.  Έπαιξε επίσης το “Πιάνο Κονσέρτο σε Λα ελάσσονα” του Robert με την Νέα Φιλαρμονική. Θα επέστρεφε στην Αγγλία πολλές φορές ακόμα τα επόμενα χρόνια.
Το 1857 μαζί με τον βιολιστή φίλο της Joseph Joachim,πήγαν σε περιοδεία ρεσιτάλ στη Δρέσδη, στη Λειψία και στο Μόναχο. Ο σύζυγός της είχε πεθάνει και η Clara επέστρεψε στα ταξίδια και στις παραστάσεις προκειμένου να κερδίζει χρήματα για να στηρίξει την οικογένειά της.  Είχε μεγάλη επιτυχία ως πιανίστα και απέκτησε φήμη ως μία από τους ελίτ μουσικούς της Γερμανίας.
Ταξίδεψε στο Εδιμβούργο, τη Γλασκώβη, τη Σκωτία μαζί με τον Joachim και κάποιους άλλους μουσικούς στις αρχές του 1867. Προβλήματα υγείας την ανάγκασαν να ελαττώσει τα ταξίδια στις αρχές του 1870, αν και συνέχισε να ταξιδεύει μέχρι και το 1880.

Το 1878, διοργανώθηκαν κονσέρτα στο Gewandhaus στη Λειψία για να γιορτάσουν την 50η επέτειο της καριέρας της Clara. Ήταν μια αξέχαστη εμπειρία. Το Gewandhaus ήταν διακοσμημένο με πράσινα και χρυσά στεφάνια και γιρλάντες από φύλλα βελανιδιάς. Το κοινό έραινε λουλούδια στην Clara, καθώς εκείνη κατευθυνόταν προς τη σκηνή. Το πρόγραμμα αποτελούνταν μόνο από μουσική του Robert Schumann.

 

Η σχέση της με τον Johannes Brahms

Ο Johannes Brahms, γνωρίστηκε με τους Schumann το 1853 μέσω του βιρτουόζου του βιολιού Joseph Joachim, και υπήρξε μια σημαντική προσωπικότητα στη ζωή της Clara. Μέχρι σήμερα η ακριβής τους σχέση δεν είναι ξεκάθαρη, αλλά δύσκολα αμφισβητούνται ισχυρισμοί ότι είχαν δεσμό. Ο Brahms ήταν 14 χρόνια νεότερος από την Clara, και πιθανότατα θεωρούσε αυτή τη διαφορά ηλικίας αρκετά μεγάλη για να τους εμποδίσει να παντρευτούν.

Η Clara Schumann και ο Johannes Brahms γνώριζαν ότι η σχέση τους προκαλούσε κουτσομπολιά. Οι επιστολές τους καλύπτουν όλα τα θέματα της ζωής: οικονομικά, οικογένεια, καριέρα, μουσική. Ο Brahms έστειλε πολλές παρτιτούρες για να ρίξει μια ματιά η Clara. Τις έπαιζε και του έλεγε τη γνώμη της. Η Clara τελικά ένιωθε ότι ο Brahms έγραφε τη μουσική του για εκείνη, όπως ακριβώς πίστευε ότι έκανε κι ο Robert.

Το 1855 ο Johannes Brahms έγραψε στην πιανίστα Clara Schumann μια κραυγή απελπισίας:
«Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο από το να σε σκέφτομαι…
Τι μου έχεις κάνει; Δεν μπορείς να με απαλλάξεις από το ξόρκι μου έχεις ρίξει; »
Η κατάσταση μεταξύ τους ήταν μπερδεμένη. Πολύ μπερδεμένη. Η Clara ήταν 35, ο Brahms 21, εκείνη διάσημη, αυτός μάλλον περισσότερο κακόφημος. Ήταν παντρεμένη με το συνθέτη Robert Schumann, και το ζευγάρι είχε εφτά νεαρά παιδιά. Από την άλλη πλευρά, ο σύζυγος της Clara ήταν σε άσυλο για περισσότερο από ένα χρόνο και δεν επιτρεπόταν στην Clara να τον δει. Όταν ο Robert πήδηξε στο ποτάμι , ο Brahms έσπευσε στο πλευρό της.
Ο Brahms ήταν ανακάλυψη του Robert και προστατευόμενός του και ήταν αθεράπευτα ερωτευμένος με τη γυναίκα του Robert. Δεν το περίμεναν, δεν το ήθελαν. Ο Brahms αγαπούσε και θαύμαζε το Robert. Λίγο πριν πηδήξει στο Ρήνο για να ξεφύγει από τα δαιμονικά ορατόρια που ήταν στο κεφάλι του, ο Robert είχε κάνει το όνομα Brahms γνωστό σε όλη την Ευρώπη, ανακηρύσσοντας αυτόν τον φοιτητή από το Αμβούργο, επερχόμενο σωτήρα της γερμανικής μουσικής.

Ο Brahms, στο μεταξύ, ζούσε με την Clara και τα παιδιά – το υπνοδωμάτιό του σε ξεχωριστό όροφο- και περνούσε τον περισσότερο χρόνο του παρηγορώντας την, βοηθώντας την με τα παιδιά, και ήταν σχεδόν τρελαμένος από χαρά.

Εκείνα τα χρόνια ο Brahms ήταν λεπτός, χωρίς γένια και πάρα πολύ όμορφος. Τα καυτά κουτσομπολιά έδιναν κι έπαιρναν στους μουσικούς κύκλους. Η Clara τον επιζητούσε σθεναρά επίσης, αλλά όπως και ο Brahms, τα αισθήματά της ήταν αναμεμιγμένα με ανησυχία και ενοχή. Άλλωστε, ο Robert και η Clara ήταν το κορυφαίο μουσικό ρομάντζο της Ρομαντικής περιόδου. Η Clara ήταν ο έρωτας της ζωής του Robert, η πρωταρχική υπερασπίστρια της μουσικής του, η ηρωική δύναμη που κρατούσε σε μια συνοχή το διχασμένο του μυαλό περισσότερο απ’ ό,τι μπορούσε κανείς να φανταστεί.

Μετά από μια παρατεταμένη ύφεση, ο Robert πέθανε το 1856, οπότε ο Brahms και η Clara ήταν ελεύθεροι να εκδηλώσουν το πάθος τους, να παντρευτούν. Το ζευγάρι πήγε διακοπές στην Ελβετία για να διευθετήσουν το θέμα. Το τι της είπε ακριβώς δεν θα το μάθουμε ποτέ, αλλά συνοψίζεται σε αυτό: Αντίο. Φεύγω για Αμβούργο. Γράψε αν βρεις δουλειά.

Η Clara τον έβαλε σε ένα τραίνο, γύρισε σπίτι συγκλονισμένη κι έγραψε στο ημερολόγιό της: «Ένιωσα σαν να γυρνούσα από κηδεία.» Η κόρη της Eugenie είπε αργότερα ότι η Clara δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει γιατί ο Brahms την αποστράφηκε τόσο άσπλαχνα  . Η Clara ανέλαβε και πάλι την καριέρα της με  εκδικητικότητα. Ήταν η παρηγοριά της και όπως θα έλεγε στον Brahms, «η ίδια η αναπνοή του σώματός μου «.

Υπάρχουν περισσότερες ειρωνείες σε αυτόν τον πρώτο και μεγαλύτερο, αν όχι ακριβώς τον τελευταίο, έρωτα της ζωής του Brahms. Αν δεν παντρευόταν την Clara, δεν θα παντρευόταν και καμία άλλη – δεν μπορούσε να βγάλει την Clara από την καρδιά του, ούτε εκείνη αυτόν από τη δική της. Για το υπόλοιπο της ζωής τους θα διατηρούσαν αυτή την περίεργη αλλά αναπόφευκτη σύνδεση. Περνούσαν τις διακοπές τους μαζί. Αγκαλιάζονταν και φιλιόντουσαν.

Μπορεί ο έρωτάς τους να μην ολοκληρώθηκε ποτέ. Αυτό μπορεί να φαίνεται παράλογο, αλλά εκείνες ήταν άλλες εποχές: δεν υπήρχε αντισύλληψη, πολλές ασθένειες. Οι σωστές γυναίκες απέφευγαν δεσμούς. Μερικά χρόνια αργότερα ο Brahms είπε σε έναν γνωστό του ότι δεν είχε εκθέσει ποτέ μια ευυπόληπτη γυναίκα, και για εκείνον ο ορισμός της ευυπόληπτης γυναίκας ήταν η Clara. Κάποτε περιέγραψε την ηλικιωμένη Clara σε ένα φίλο του ως: «Παρθενική όσο ποτέ.»
Δεν τίθεται ερώτημα αν ο Brahms ή η Clara είχαν έλλειψη σεξουαλικής ζωής. Ο Brahms ήταν γνωστό ότι συναναστρεφόταν με πόρνες. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους, η Clara και ο Robert διατηρούσαν κάτι σαν σεξουαλικό ημερολόγιο, για ιατρικούς λόγους, από το οποίο αποκαλύπτεται ότι ήταν εξαιρετικά δραστήριοι. Θυμηθείτε τα εφτά παιδιά. Και μερικά χρόνια αργότερα η Clara είχε ένα σύντομο, δυσάρεστο δεσμό με τον Theodor Kirchner, έναν από τους καλύτερους φίλους του Brahms. Ο δεσμός αυτός δεν είχε γίνει γνωστός μέχρι πρόσφατα κι απ’ όσο γνωρίζουμε ο Brahms δεν το υποπτεύθηκε ποτέ. Κάποια στιγμή έγραψε στην Clara ότι ο Kirchner έλεγε ότι θα αυτοκτονήσει. «Μη σε νοιάζει», απάντησε η Clara, «αυτό λέει συνέχεια». Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτό έγινε μετά το δεσμό τους.

 

Τα τελευταία χρόνια

Στα πενήντα της η υγεία της χειροτέρευε και τα έξοδα αυξάνονταν. Είχε τώρα γίνει η εκδότρια της μουσικής του άντρα της, γεγονός που απέφερε κάποιο εισόδημα, όπως και η πώληση των χειρόγραφών του. Δέχτηκε δωρεές από επιχορηγήσεις και από ιδρύματα, αλλά για εκείνη, κάθε χρονιά που δεν απέφερε εισόδημα από περίπου 50 κονσέρτα, ήταν κακή χρονιά. Δεν ήταν καθόλου καλή στο να “τεμπελιάζει” όπως έγραψε στον Brahms.
Πριν κλείσει τα 60, τη χρονιά που πέθανε ο γιος της Felix, οι ρευματισμοί της ήταν συχνά τόσο δυνατοί, που κάποιες φορές ακύρωνε κονσέρτα εξαιτίας του πόνου. Της έπαιρνε μέχρι και μία εβδομάδα να ξεκουραστεί μετά από ένα κονσέρτο και προκειμένου να ξεπεράσει τους πόνους, της είχε συνταγογραφηθεί όπιο. Πήγε σε σπα, δοκίμασε υδροθεραπείες, μασάζ και διάφορες άλλες θεραπείες.

Clara Schumann

Η Clara περίπου στα 60ά της γενέθλια       από τον  Franz von Lenbach

Μετά από χρόνια περιπλάνησης από πόλη σε πόλη, τελικά δέχτηκε την πρόταση ως δασκάλα πιάνου στο Ωδείο Hoch στη Φρανκφούρτη το 1878 και αγόρασε ένα σπίτι. Ήταν η πρώτη φορά που εκείνη και η οικογένειά της μπορούσαν να τακτοποιηθούν από τότε που πέθανε ο σύζυγός της 22 χρόνια πριν. Διατήρησε τη θέση της δασκάλας μέχρι το 1892. Ως δασκάλα πιάνου συνεισέφερε πολλά στη βελτίωση της μοντέρνας τεχνικής παιξίματος του πιάνου. Έδωσε την τελευταία της δημόσια παράσταση στη Φρανκφούρτη το 1891, όπου εκείνη κι ένας συνάδελφός της ερμήνευσαν την πρωτότυπη έκδοση για δύο πιάνα Παραλλαγών του Haydn του Johannes Brahms. Ήταν 72 χρόνων.

Όσο μεγάλωνε η ακοή της χειροτέρευε όλο και περισσότερο. Συνέχισε να διδάσκει, να ερμηνεύει και να προωθεί τη μουσική του άντρα της.

Το Μάρτη του 1896, η Clara Schumann υπέστη εγκεφαλικό. Ενώ πέθαινε, ζήτησε από τον εγγονό της Ferdinand να παίξει για εκείνη το Romance σε Φα δίεση μείζονα του συζύγου της. Αυτή ήταν η τελευταία μουσική που άκουσε η Clara Schumann, κι έτσι η ζωή έκανε έναν πλήρη κύκλο.
Πέθανε στις 20 Μαΐου του 1896. Ο Brahms, μετά από κάποια καθυστερημένα τηλεγραφήματα και αφού πήρε λάθος τραίνα, ίσα που πρόλαβε την κηδεία. Ο ίδιος είχε διαγνωσθεί με καρκίνο στο ήπαρ και θα ζούσε έξι μήνες ακόμα, φεύγοντας πρόωρα στα 63 του.

Η ίδια είχε πει κάποια στιγμή στη ζωή της:
“Κάποτε πίστευα ότι κατείχα δημιουργικό ταλέντο, αλλά εγκατέλειψα αυτή την ιδέα. Μία γυναίκα δεν πρέπει να επιθυμεί να συνθέτει— δεν έχει υπάρξει ακόμα κάποια που να μπορέσει να το κάνει. Θα είμαι εγώ εκείνη που θα μπορέσει;»

 

Το παρόν αποτελεί ελεύθερη μετάφραση από τις πηγές:
http://www.thefamouspeople.com/profiles/clara-wieck-schumann-393.php
https://dickstrawser.blogspot.gr/2012/10/the-extraordinary-life-of-clara-schumann.html

 

Για το ωδείο Ars Musicalis και το μάθημα της Ιστορίας της Μουσικής, ο τελειόφοιτος τοτμήματος Αρμονίας της Σχολής Ανώτερων Θεωρητικών

Αλέξιος Μεγάλος.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s